Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 1/2008

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:χρόνος εργασίας,ανάπαυση,νυχτερινή εργασία, βάρδιες,
 Νόμοι:Α.Κ.,Π.Δ. 88/1999
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:SEA TRADERS S.A.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
 
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

 Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "SEA TRADERS S.A.", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σαβράμη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 849/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8388/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 2-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αναφερόμενο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα καθήκοντα και τη φύση της εργασίας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να στηριχτεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την κρίση του για την πιο πάνω απασχόληση του αναιρεσιβλήτου το Εφετείο άντλησε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και δεν δέχτηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη. Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, έχει μεν το χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας σε ημέρες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, διότι οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως και πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες. Για το λόγο αυτό, στην περίπτωση απλής ετοιμότητας προς εργασία, οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο συνηθισμένος μισθός σύμφωνα με το άρθρο 563 ΑΚ, ήτοι ο μισθός που καταβάλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Αντίθετο συμπέρασμα, ως προς τη φύση και τον τρόπο αμοιβής της εργασίας που προσφέρεται υπό τις παραπάνω περιστάσεις απλής ετοιμότητας προς εργασία, δεν μπορεί να συναχθεί, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ 1, του ΠΔ. 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ, με το οποίο ρυθμίστηκε η οργάνωση του χρόνου εργασίας, σύμφωνα με τις οποίες (διατάξεις), "Για την εφαρμογή του παρόντος του διατάγματος νοούνται ως : 1) χρόνος εργασίας: Κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντα του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία εργαζομένων". Δεδομένου, ότι ναι μεν, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι και η απλή παραμονή του εργαζόμενου στους χώρους εργασίας, ακόμη και αν δεν παρέχεται εργασία, εφόσον τούτο γίνεται κατ’ απαίτηση του εργοδότη, θεωρείται ως χρόνος εργασίας και ως εκ τούτου οφείλεται μισθός, πλην όμως με τις πιο πάνω οδηγίες προς εναρμόνιση των οποίων εκδόθηκε η προαναφερόμενη διάταξη δεν ρυθμίζονται ζητήματα αμοιβών και ως εκ τούτου, ουδόλως προκύπτει από αυτές ότι ο εργαζόμενος υπό συνθήκες απλής ετοιμότητας εργασίας, ο οποίος απλώς είναι υποχρεωμένος να ευρίσκεται στο χώρο εργασίας, χωρίς να παρέχει εργασία, εξομοιώνεται μισθολογικά με τον εργαζόμενο που παρέχει εργασία. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη εταιρία την 12-4-1999 για να παρέχει την εργασία του, ως φύλακας στο παροπλισμένο στον κόλπο της Ελευσίνας υπό σημαία Μάλτας πλοίο .... κυριότητας της εταιρίας με την επωνυμία "SPEAR SHIPPING LTD", ακολούθως δε από 21-11-2000 με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου επαναπροσλήφθηκε από την ίδια εναγομένη ως φύλακας στο ίδιο πλοίο, το οποίο μετονομάστηκε σε .....υπό σημαία Μάλτας και ήταν ακόμη παροπλισμένο στον Κόλπο της Ελευσίνας. Ο ενάγων συνδεόταν με την εναγομένη, η οποία εκμεταλλευόταν για λογαριασμό της, το πλοίο αυτό και ετύγχανε εργοδότης αυτού, με σύμβαση χερσαίας εργασίας, η οποία διήρκεσε μέχρι την 7-6-2001, οπότε και καταγγέλθηκε από την εναγομένη λόγω αναχωρήσεως του πλοίου. Ο ενάγων εργαζόταν στο πλοίο εναλλάξ με έναν άλλο φύλακα και ανάλογα με τη συμφωνία που είχε με αυτόν, παρέμενε στο πλοίο συνεχώς 48 ή 72 ώρες και άλλες τόσες ώρες παρέμενε στην οικία του. Ο καταβαλλόμενος συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανήρχετο σε 194.000 δρχ. από 2/1999 έως 12/2000 σε 212.000 δρχ. από 1/2001 έως 4/2001 και 255.000 δρχ. από 5/2001 μέχρι την απόλυση του, πλέον αναλογιών δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παρευρίσκεται στο πλοίο όλο το διάστημα της κάθε βάρδιας, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 του υπ’ αριθμ. 43 Ειδικού κανονισμού Λιμένα Ελευσίνας (ΦΕΚ 449β της 16ης Ιουνίου του 1994), με την ευθύνη της φύλαξης αυτού από ενδεχόμενη κλοπή εξαρτημάτων και την επιτήρηση αυτού για αποφυγή ρύπανσης, κλίσης και πυρκαγιάς. Όφειλε δηλαδή να περιφέρεται κατά καιρούς (πάντα κατά την κρίση του) στα εξωτερικά μέρη του πλοίου προκειμένου να εποπτεύει αυτό και σε περίπτωση κινδύνου να ειδοποιεί τη Λιμενική αρχή, να ελέγχει την ασφαλή πρόσδεση του πλοίου, ώστε να μην προκαλούνται ζημιές μεταξύ αυτού και των άλλων παραπλεύρως παροπλισμένων πλοίων και να φροντίζει για τη διαρκή λειτουργία των φώτων αγκυροβολίας, αλλάζοντας τις μπαταρίες κάθε τέσσερις ή πέντε ημέρες περίπου. Στα καθήκοντα του ήταν επίσης να ελέγχει μια φορά την εβδομάδα τα βυθίσματα του πλοίου, σημειώνοντας τα στο ημερολόγιο του πλοίου. Κατά την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων του, ο ενάγων δεν διατηρούσε σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις όλες τις ώρες της κάθε βάρδιας, Αντιθέτως, τα παραπάνω καθήκοντα, ήτοι, τον έλεγχο για την ασφαλή πρόσδεση (έλεγχο κάβων), για την κλίση (έλεγχο βυθισμάτων) και για την εν γένει κατάσταση του πλοίου, πραγματοποιούσε ο ενάγων κάθε ημέρα της κάθε βάρδιας μέσα στο νόμιμο ωράριο του, ενώ μετά τη λήξη του νομίμου ωραρίου του, τις υπόλοιπες ώρες του 24ώρου παρέμενε στην "καμπίνα" του, όπου ήταν και το κρεβάτι του και διανυκτέρευε στο πλοίο, κατά τα συμφωνηθέντα, για τη φύλαξη και εποπτεία αυτού, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται κατά τη διάρκεια της νύχτας μετά τον έλεγχο της λειτουργίας των φώτων της αγκυροβολίας (εργασία που δεν απαιτούσε εγρήγορση παρά μόνο κάθε τέσσερις με πέντε ημέρες αλλαγή μπαταριών), εκτελώντας τα καθήκοντα φύλαξης μόνο με την παρουσία αυτού πάνω στο πλοίο, χωρίς να υποχρεούται να βρίσκεται σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών του λειτουργιών. Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ότι η απασχόληση αυτή του ενάγοντος για την οποία είχε συμφωνηθεί μηνιαίος μισθός ως παραπάνω, είχε το χαρακτήρα απλής ετοιμότητας για εργασία και αποφάνθηκε ότι είναι αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε αποζημίωση για διαφορές αποδοχών, υπερεργασία, νυκτερινή εργασία, παράνομη υπερωριακή απασχόληση και εργασία σε Κυριακές και αργίες. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ούτε περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες και απορριπτέοι είναι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. ως αβάσιμοι. Δύο μέλη του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Αναστάσιος -Φιλητάς Περίδης και ο αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, έχουν τη γνώμη, ότι με το ΠΔ 88/1999 με το οποίο εναρμονίστηκε το εσωτερικό μας δίκαιο με την Οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου της 23-11-1993, καταργήθηκε η διάκριση της απλής και της γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, και ως εκ τούτου η απλή ετοιμότητα προς εργασία εξομοιώνεται πλήρως με την κανονική εργασία, όπως έχει γίνει δεκτό με σειρά αποφάσεων του Διεθνούς Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα με τις: α) από 3-10-2000 Rs, C-303/1998, η οποία εκδόθηκε κατόπιν πέντε προδικαστικών ζητημάτων που αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 89/391/Ε.Ο.Κ. του Συμβουλίου της 12.6.1989 για τη λήψη μέτρων προς βελτίωση της ασφάλειας και προστασίας των εργαζομένων κατά την εργασία και της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου της 23.11.1993 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, β) από 9-9-2003 απόφασης C-151/02 του Δ.Ε.Κ που εκδόθηκε επί τεσσάρων προδικαστικών ζητημάτων ως προς την ερμηνεία της Οδηγίας 93/104/Ε.Κ του Συμβουλίου της 23-11-1993 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, γ) από 5-10-2004 απόφαση του Δ.Ε.Κ. επί των υποθέσεων C -397/2001 έως C-403/2001 που εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2 της Οδηγίας 89/391/Ε.Ο.Κ. του Συμβουλίου της 12-6-1989 και των άρθρων 1 παρ. 3, 6 και 18 παρ. 1 τη; Οδηγίας 93/104/Ε.Κ. του Συμβουλίου για την οργάνωση του χρόνου εργασίας και δ) οι από 14-7-2005 επί της υποθέσεως C -52/04 και 1-12-2005 επί της υποθέσεως C -14/ 04 του Δ.Ε.Κ με τις οποίες ερμήνευσε την Οδηγία 93/104/Ε.Κ. του Συμβουλίου της 23-11-1993 κατόπιν προδικαστικών ερωτημάτων. Επομένως, κατά τη μειοψηφούσαν άποψη, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, γιατί η απλή ετοιμότητα προς εργασία του ενάγοντα, εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας κ.λ.π., παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ 1 του Κ. Πολ. Δ. και έπρεπε να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Επειδή όμως η παρούσα απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως στην τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στ. β’ του Κ.Πολ.Δ. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ πρώτο λόγο αναιρέσεως. 
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.
 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ