Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 81/2009

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:πειθαρχικά,καταγγελία σύμβασης,σποδαίος λόγος,πρόσληψη και ηλικία
 Νόμοι:Α.Κ.,Ν. 2362/1995,Ν. 2594/98,Ν. 419/1976,Ν. 993/1979,Ν.Δ. 321/1969,Π.Δ. 410/1988
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:Ελληνικού Δημοσίου

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 81/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
 
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

 Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτοπαπά. 
 Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.  

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 929/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3106/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-1-2008 αίτησή του.  
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 21-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2-1-2008 αίτησης του Χ για αναίρεση της 3106/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Κατά το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988 (άρθρ. 47 ν. 993/1979), που αφορά τους μισθωτούς του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προς πλήρωση οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού, ως και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού. "1. Η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο αποτελεί ιδίως : α)... β)... γ). Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για δεκαπέντε (15) τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες ...". Η διάταξη του ανωτέρω άρθρου, λόγω έλλειψης ειδικών διατάξεων με διάφορο περιεχόμενο, έχει εφαρμογή και για τους προσλαμβανομένους με σχέση ιδιωτικού δικαίου (μεταφραστές) και υπηρετούντες στις αρχές της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 ν. 419/1976 "περί οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", οι διατάξεις του οποίου δεν έχουν θιγεί από το ν. 993/1979 (άρθρο 58 αυτού) και το άνω Π.Δ. 410/1988 (άρθρ. 88 παρ. 1 αυτού). Από την παραπάνω διάταξη (του άρθρου 53 του π.δ. 410/1988), που έχει χαρακτήρα δημόσιας τάξης και δεν επιτρέπει αντίθετη συμβατική ρύθμιση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 και 656 (βλ. και 672) του ΑΚ, συνάγεται ότι αν η ως άνω σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από το Δημόσιο, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και ο μισθωτός έχει δικαίωμα να ζητήσει μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και εφεξής χρονικό διάστημα. Κατά τη διάταξη αυτή, όπως προεκτέθηκε, η αποχή του μισθωτού από την εκτέλεση των καθηκόντων του για δεκαπέντε τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες (περ. γ') αποτελεί σπουδαίο λόγο, όταν είναι αδικαιολόγητη. Το δικαιολογημένο ή μη αυτής (αποχής) θα κριθεί σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού ληφθούν υπόψη η αιτία της αποχής, η διάρκεια αυτής, η τυχόν υπαιτιότητα ή μη του μισθωτού και λοιπές τυχόν συντρέχουσες ειδικές συνθήκες. Το Εφετείο δέχθηκε ότι με την από 20-11-1989 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ιδιωτικού δικαίου, που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στα ...... (της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας), ως εκπροσώπου του αναιρεσιβλήτου (Ελληνικού Δημοσίου), η οποία (σύμβαση) περιελήφθη στην με αριθ. ...... πράξη του Γενικού Προξένου, κατ' άρθρο 68 του ν. 419/1976, αυτός προσελήφθη, σε κενή οργανική θέση, ως μεταφραστής στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στα ......, αντί μηνιαίων αποδοχών αντιστοίχων του βαθμού του Διοικητικού Γραμματέα Ε' Τάξεως, στις οποίες συμφωνήθηκε ότι θα προστίθεται το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του ίδιου βαθμού, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Στην ανωτέρω δε υπαλληλική θέση, αυτός, ως συμβασιούχος υπάλληλος του Ελληνικού Δημοσίου, προσέφερε τις υπηρεσίες του συνεχώς από της προσλήψεώς του μέχρι και την 27-3-1992, που ο Προϊστάμενος του παραπάνω Γενικού Προξενείου κατήγγειλε (ως εκπρόσωπος του εναγομένου) τη σύμβαση εργασίας του, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 419/1976 και του όρου 7 της συμβάσεως, ήτοι χωρίς την μνεία σπουδαίου λόγου. Ενόψει τούτου, ο ενάγων με την από 15-5- 1992 και με αριθ. έκθ. καταθέσεως 2140/1992 αγωγή του ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως και να υποχρεωθείτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η 476/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε νόμιμη την απόλυση του και απέρριψε την αγωγή.
 Η παραπάνω όμως απόφαση αναιρέθηκε με την 591/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Μετά δε από τη νέα συζήτηση αυτής εκδόθηκε η 2556/1999 απόφαση του ίδιου πρωτόδικου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή του και, αφού αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στο μέλλον.
 Κατά της πιο πάνω απόφασης το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 25-10-1999 και με αριθ. εκθ. καταθέσεως 9249/1999 έφεσή του, από την οποία όμως παραιτήθηκε με δήλωσή του στο ακροατήριο του εν λόγω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την ορισθείσα για τη συζήτηση της δικάσιμο της 25-1-2000. 'Ετσι η παραπάνω (2556/1999) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (περί της ακυρότητας της απολύσεως του) κατέστη, όχι μόνον τελεσίδικη, αλλά και αμετάκλητη, εφόσον ο ενάγων είχε επιδώσει ακριβές αντίγραφο αυτής στους Υπουργούς Οικονομικών και Εξωτερικών στις 5-10-1999 και το αντίδικο του Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε ασκήσει κατ' αυτής (απόφασης) άλλο ένδικο μέσο, εκτός από την ως άνω παραιτηθείσα έφεση του. Στη συνέχεια δε ο αναιρεσείων, ενόψει του 'ότι το αναιρεσίβλητο είχε καταστεί υπερήμερο, τόσο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, όσο και ως προς την καταβολή των μισθολογικών αποδοχών του, άσκησε την από 10-4-2001 (και με αριθ. έκθ. καταθ. 1177/2001) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αντιδίκου του (Ελληνικού δημοσίου) για την καταβολή του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής με τις προσαυξήσεις αναγκών στέγασης και οικογενειακών βαρών, για το χρονικό διάστημα από την άκυρη απόλυση του (1-4-92) έως 25-1- 2000. Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη η με αριθ. 2763/2002 απόφαση του παραπάνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου για την καταβολή σαυτόν του από 1-1-1999 έως 25-1- 2000 επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, ανερχομένου συνολικά στο ισόποσο σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής των 39.225 δολ. ΗΠΑ. Ενώ, με την ίδια απόφαση, οι λοιπές αξιώσεις τούτου της χρονικής περιόδου των ετών 1992 έως και 1998 απερρίφθησαν ως παραγεγραμμένες, λόγω παρόδου διετίας από της γενέσεώς τους, κατ' εφαρμογή των άρθρων 91 παρ. 3 ν.δ. 321/1969 και 90 παρ.3 ν. 2362/1995. Κατά της ανωτέρω δε πρωτόδικης απόφασης, (2763/2002) το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 31-1- 2003 (και με αριθ. έκθ. καταθ. 1034/2003) έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η οποία και απερρίφθη με την 2763/2002 απόφασή του και συνεπώς αυτή (2763/02) κατέστη πλέον τελεσίδικη. Μετά τα ανωτέρω δεδομένα, το Ελληνικό Δημόσιο, ενόψει της τελεσίδικης δικαστικής διάγνωσης της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του συμβασιούχου μισθωτού του, προκειμένου να άρει την υπερημερία του ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τούτου και να αποφύγει την, άνευ πραγματικής απασχόλησης αυτού, καταβολή μισθών υπερημερίας στο μέλλον, προέβη σε ενέργειες συμμορφώσεώς του προς τις ανωτέρω τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, έπειτα από σχετική γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου του Κράτους. Ειδικότερα, για τον παραπάνω σκοπό, με την υπ' αριθ. ...... έγγραφη ειδοποίηση του αρμοδίου (για την απασχόληση του ενάγοντος) Γραφείου της Στ1 Δ/νσης Προσωπικού και Διοικητικής Οργάνωσης, ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων να παρουσιαστεί στο Υπουργείο Εξωτερικών και συγκεκριμένα στην ως άνω διεύθυνση του Υπουργείου, προκειμένου να του δοθούν οδηγίες για την επιστροφή του στα καθήκοντα της θέσης του μεταφραστού, την οποία κατείχε στο Γραφείο Συνδέσμου ...... πριν από την απόλυση του, σε εφαρμογή των προαναφερομένων (2566/99 και 2763/02) τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η παραπάνω δε γραπτή ειδοποίηση απεστάλη ταχυδρομικώς στη ......, όπου ο αναιρεσείων διατηρεί διαμονή και παρελήφθη από τον ίδιο, όπως αυτός συνομολογεί με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του (ΚΠολΔ 262). Η παραλαβή όμως του εν λόγω ειδοποιητηρίου εγγράφου, την οποία ο ίδιος τοποθετεί περί το τέλος Απριλίου του 2003, έγινε πράγματι, όπως προέκυψε, εντός του α' δεκαπενθημέρου του παραπάνω μηνός, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων την 15-4-2003 παρουσιάστηκε στην προαναφερόμενη Στ1 Δ/νση Προσωπικού, όπου, αφού δήλωσε, ότι επιθυμούσε, ενόψει της τακτοποίησης αναληφθεισών προσωπικών του εκκρεμοτήτων (λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος, που είχε μεσολαβήσει από την απόλυσή του έως και την παραλαβή του ως άνω εγγράφου) και ενόψει των τότε επικειμένων εορτών του Πάσχα 2003 (σημειώνεται ότι Κυριακή του Πάσχα ήταν η 27-4- 03), να του χορηγηθεί ικανή προθεσμία αναλήψεως των καθηκόντων του, δεσμεύθηκε τελικά (κατά παραδοχή του ως άνω αιτήματός του) να αναλάβει υπηρεσία στο Γραφείο Συνδέσμου των ...... την 12-5- 2003 (ήτοι μετά πάροδο ενός περίπου μηνός). Ενόψει τούτων την 16-4-2003, δηλαδή την επομένη ημέρα από την εμφάνιση του ενάγοντος στην παραπάνω υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών (ΣΤ1 Δ/νση Προσωπικού) και τη ρητή δέσμευση αυτού για ανάληψη των υπηρεσιακών του καθηκόντων κατά την ανωτέρω ημερομηνία (12-5-2003 - ημέρα Δευτέρα), η εν λόγω Δ/νση με το ...... τηλεαντιγράφημά της, που απέστειλε στο Γραφείο Συνδέσμου των ......, γνωστοποίησε σ'αυτό τον παραπάνω χρόνο που ο αναιρεσείων θα ετίθετο στη διάθεση του Γραφείου για την άσκηση των καθηκόντων του μεταφραστή, τα οποία ασκούσε στη θέση αυτή και πριν από την άκυρη απόλυσή του. Ο αναιρεσείων, όμως, παρά την ανωτέρω υπηρεσιακή δέσμευσή του, περί τα μέσα Ιουνίου (του 2003), σε τηλεφωνική επικοινωνία του με την παραπάνω Δ/νση του Υπουργείου Εξωτερικών, δήλωσε ότι, λόγω σοβαρών μη διευκρινισθέντων προσωπικών του προβλημάτων, κατέστη αδύνατη η επάνοδός του στα καθήκοντά του την 12-5-2003, η οποία, σε κάθε περίπτωση, κατά τις αναφορές του ιδίου, ήταν αμφίβολη έως και τις αρχές Ιουλίου του 2003 ή και μεταγενέστερα, έτσι ώστε να υφίσταται αβεβαιότητα για την ακριβή ημερομηνία αναλήψεως της υπηρεσίας του. Τελικά ο αναιρεσείων χωρίς να του έχει χορηγηθεί παράταση στην προθεσμία εμφάνισής του, δεν προσήλθε στην υπηρεσία του για την ανάληψη των καθηκόντων του ούτε μέχρι την 25-6-2003, γεγονός που γνωστοποίησε το Γραφείο Συνδέσμου των ...... με το ...... τηλεαντιγράφημά του προς την ανωτέρω Δ/νση του Υπουργείου Εξωτερικών. Κατόπιν αυτών, το υπηρεσιακό συμβούλιο του ΥΠΕΞ, συγκληθέν αρμοδίως υπό του Προέδρου του, (κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 του ν. 2594/98) την 30-6-2003, με θέμα την εξέταση του ζητήματος της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος, έκρινε αδικαιολόγητη την μη προσφορά των υπηρεσιών τούτου από την 12-5-2003, που όφειλε να αναλάβει αυτά, και θεωρώντας ότι αυτή συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, κατ' άρθρο 53 παρ.1 εδαφ. γ' και παρ. 2 του Π.Δ. 410/1988, γνωμοδότησε υπέρ της εν λόγω καταγγελίας από την 25-1- 2000 (που τελεσιδίκησε η δικαστική κρίση για την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας της συμβάσεως του), άλλως από την 12- 5- 2003 (που υφίστατο η συμβατική δέσμευση του για την ανάληψη της υπηρεσίας του).
 Στη συνέχεια εξεδόθη η ...... πράξη της Γ.Γ. Διοίκησης και Οργάνωσης του ΥΠΕΞ, με την οποία τελικά καταγγέλθηκε εκ νέου η από 20-11-1989 σύμβαση εργασίας του εφεσίβλητου, για τον προαναφερόμενο σπουδαίο λόγο (σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 53 παρ.1 εδαφ. γ' και παρ.2 του Π.Δ. 410/1988), η οποία (καταγγελία) και επεδόθη στον αναιρεσείοντα στον τόπο διαμονής του στην ...... την 8-7-2003, ενώ γνωστοποιήθηκε και στο Γραφείο Συνδέσμου ...... με το ...... τηλεαντιγράφημα της παραπάνω Δ/νσης του Υπουργείου Εξωτερικών. Με τα δεδομένα αυτά ο ενάγων προσέβαλε με την ένδικη αγωγή του, την εγκυρότητα της παραπάνω καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, επικαλούμενος ειδικότερα με τον δεύτερο (υπό στοιχεία 8.2.α και β) λόγο ακυρότητας αυτής, τον οποίο δέχθηκε και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση αδικαιολόγητης απουσίας του, από τα καθήκοντα του, ούτε από την 25-1-2000, ούτε και από την 12-5-2003, καθόσον, κατά τις επικλήσεις του, δεν του είχε ταχθεί από το αναιρεσίβλητο προθεσμία εκ νέου ανάληψης αυτών από τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, αλλά από το τέλος Ιουλίου του 2003, με συνέπεια η προ της λήξεως αυτής (προθεσμίας) χωρήσασα καταγγελία να είναι άκυρη.
 Σε σχέση, λοιπόν, με τον προαναφερόμενο σπουδαίο λόγο της ένδικης απόλυσης του αναιρεσείοντος το Εφετείο έκρινε ότι δεν προέκυψε, κατ' αρχήν, όπως ορθά, κατά τούτο, έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι αυτός ώφειλε να επανεμφανισθεί στην υπηρεσία του από την (25-1-2000) τελεσίδικη ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε από του χρόνου της πρώτης άκυρης απόλυσης του (το έτος 1992) μέχρι και την προαναφερομένη από 7-4-2003 πρόσκληση τούτου, δεν είχε αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, λόγος για τον οποίο, άλλωστε, με την προεκτεθείσα 2763/2002 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεώθηκε σε καταβολή μισθών υπερημερίας αυτού. Περαιτέρω το Εφετείοέκρινε ότι από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι η ορισθείσα καταληκτική ημερομηνία, εντός της οποίας ώφειλε ο αναιρεσείων (μετά την παραλαβή της ως άνω, από 7-4-03, έγγραφης πρόσκλησης του αντιδίκου του) να εμφανιστεί και να αναλάβει υπηρεσία στη θέση του μεταφραστή στο Γραφείο Συνδέσμου των ......, ήταν η 12-5-2003. Για το εν λόγω γεγονός το Εφετείο συνήγαγε άμεση και αναμφίβολη δικανική πεποίθηση από το προαναφερόμενο με στοιχεία ...... και ημερομηνία 16-4-2003 υπηρεσιακό έγγραφο (τηλεαντιγράφημα) που, σε ανύποπτο χρόνο, απέστειλε η ως άνω Στ1 Δ/νση Προσωπικού και Διοικητικής Οργάνωσης προς το Γραφείο Συνδέσμων ......, με το οποίο γνωστοποίησε στην υπηρεσία του την κλήση του αναιρεσείοντος και την υποχρέωση της εκεί ανάληψης των καθηκόντων του από την προεκτεθείσα ημερομηνία. Το περιεχόμενο δε και η ημερομηνία συντάξεως και αποστολής του παραπάνω υπηρεσιακού εγγράφου ταυτίζεται απολύτως με την προηγηθείσα (ακριβώς την προηγούμενη ημέρα 15-4-2003) εμφάνιση τούτου στην ανωτέρω Δ/νση του ΥΠΕΞ, για τη ρύθμιση της προθεσμίας ανάληψης των καθηκόντων του. Διαφορετικά, εάν δηλαδή αυτός δεν είχε παρουσιαστεί στην ως άνω Δ/νση κατά την παραπάνω ημερομηνία (15-4-2003) και δεν είχε καθοριστεί, κατόπιν συνεννοήσεως με τον ίδιο, ως χρόνος επιστροφής στην υπηρεσία του η 12-5- 2003, δεν θα συνέτρεχε ούτε λογική αιτία για την αποστολή του ως άνω εσωτερικού μεταξύ των δύο υπηρεσιών του ΥΠΕΞ υπηρεσιακού εγγράφου την επομένη (16-4-03) ακριβώς της εμφάνισης του ημέρα, ούτε και λογική εξήγηση για τον αναφερόμενο στο εν λόγω έγγραφο συγκεκριμένο και ανύποπτο τότε χρόνο (12-5-03) αναλήψεως των καθηκόντων του. Ότι τα ίδια ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά επιβεβαιώνονται εξάλλου και από το σχετικό με αριθ. πρωτ. ...... έγγραφο της αυτής ως άνω Δ/νσης του ΥΠΕΞ προς το γραφείο Νομικού Συμβούλου αυτού, το οποίο να σημειωθεί, παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη ως νόμω υποστατό αποδεικτικό μέσο στην παρούσα εφαρμοζόμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εφόσον δεν συνιστά, όπως αβάσιμα υποστήριξε πρωτοδίκως, με τις προτάσεις του, ο αναιρεσείων και επανέφερε με τις προτάσειςτης έκκλητης δίκης (ΚΠολΔ 240), ανωμοτί βεβαίωση τρίτου, που δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, ώστε να τυγχάνει ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο μη δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού αντίθετα πρόκειται για δημόσιο έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών, υπογεγραμμένο αρμοδίως από την κατονομαζόμενη προσωπάρχη της παραπάνω Δ/νσης αυτού. Αντίθετη δε δικαστική κρίση, σε σχέση με τον ως άνω αποδειχθέντα καταληκτικό χρόνο (12-5-03) εμφάνισης και ανάληψης των υπηρεσιακών καθηκόντων του ενάγοντος, δεν μπορεί να συναχθεί από μόνη την επικαλούμενη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρος του, που δεν κρίνεται αξιόπιστη, καθόσον τα όσα υποστηρίζει αυτός, που τοποθετεί την ορισθείσα προθεσμία επιστροφής τούτου στην υπηρεσία του στο τέλος Ιουλίου του 2003, ανεξαρτήτως του ότι, κατά δήλωσή του, αντλεί από πληροφορίες του ιδίου, έρχονται και σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο των προαναφερόμενων δημοσίων εγγράφων.
 Με βάση συνεπώς όλα τα προεκτεθέντα, εφόσον ο αναιρεσείων αδικαιολογήτως απείχε από την εκτέλεση των καθηκόντων του, για 15 τουλάχιστον συναπτές ημέρες από την 12-5-2003, που είχε ορισθεί ως καταληκτική ημερομηνία αναλήψεως τούτων, εγκύρως το αναιρεσίβλητο, ένεκα σπουδαίου λόγου, προέβη στην από 30-6-2003 καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, έπειτα από αιτιολογημένη γνωμοδότηση του οικείου υπηρεσιακού του συμβουλίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 53 παρ. 1 εδ. γ' του Π.Δ. 410/1988. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι δεν συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την ένδικη καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε κατά παραδοχή της σχετικής αγωγικής βάσεως την ακυρότητα της καταγγελίας, επιδικάζοντας τις αιτούμενες μισθολογικές αξιώσεις, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τη δεύτερη βάση ακυρότητας της καταγγελίας. Ακολούθως το Εφετείο ερεύνησε τις μη εξετασθείσες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συρρέουσες αγωγικές βάσεις ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας. Ειδικότερα ως προς το λόγο ακυρότητας που κατά τη σχετική βάση της αγωγής η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του εργοδοτικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., καθ' όσον, κατά τις επικλήσεις του αναιρεσείοντος (ενάγοντος), η παραπάνω ταχθείσα προθεσμία (12-5-2003) για ανάληψη της υπηρεσίας του υπήρξε υπερβολικά σύντομη, έτσι ώστε να μην είναι δίκαιο να αξιωθεί από αυτόν η εγκατάλειψη κάθε μέχρι τότε ανειλημμένης επαγγελματικής απασχόλησής του, ενόψει και του μεγάλου χρονικού διαστήματος (δέκα και πλέον ετών) που μεσολάβησε από την πρώτη (1992) άκυρη απόλυσή του μέχρι την από το αναιρεσίβλητο πρόσκλησή του για την αποδοχή των υπηρεσιών του (7-4-03), δέχθηκε το Εφετείο ότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και ο παραπάνω επικαλούμενος λόγος ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ειδικότερα διότι η παραπάνω από 7-4-2003 πρόσκληση του Ελληνικού Δημοσίου προς τον αναιρεσείοντα δεν έτασσε κατ' αρχήν σαυτόν καμμία ασφυκτική προθεσμία αναλήψεως των καθηκόντων του, αντίθετα χωρίς να του ορίζει οποιαδήποτε προθεσμία εμφάνισης, τον κάλεσε να προσέλθει στο αρμόδιο γραφείο του ΥΠΕΞ, για την λήψη οδηγιών επιστροφής του στην κατεχόμενη προ της απολύσεως του υπηρεσιακή θέση. Τελικά δε η προαναφερόμενη προθεσμία και ημερομηνία επιστροφής αυτού στην υπηρεσία του, την 12-5-2003, ήτοι ένα μήνα μετά την εμφάνιση του στην Στ1 Δ/νση Προσωπικού του ΥΠΕΞ, καθορίστηκε, κατόπιν συνεννοήσεως με τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και προς εξυπηρέτηση των μέχρι τότε εκκρεμών προσωπικών του υποχρεώσεων, οι οποίες κατά δήλωση του, εμπόδιζαν την ανάληψη των καθηκόντων του σε προγενέστερο χρόνο. Όμως παρότι η υπηρεσία του τον ανέμενε εν τέλει, όχι μόνον μέχρι τον ως άνω από τον ίδιο καθορισθέντα χρόνο (12-5-03), αλλά και πολύ μεταγενέστερα, ήτοι μέχρι το τέλος Ιουνίου 2003 (και δη την 25-6-03), που το Γραφείο Συνδέσμου ...... γνωστοποίησε στο Υπουργείο Εξωτερικών την μη εμφάνισή του, αυτός, από λόγους αναγόμενους σε δική του υπαιτιότητα, δεν επέστρεψε όπως, όφειλε στην υπηρεσιακή του θέση, έτσι ώστε να καταστεί υπερήμερος ως προς την παροχή των υπηρεσιών του. Απ' αυτά συνεπώς συνάγεται, αφενός μεν ότι η ως άνω πρόσκληση του εργοδότη ελληνικού δημοσίου προς τον αναιρεσείοντα μισθωτό για την εκ νέου ανάληψη της εργασίας του στη θέση του μεταφραστή στο Γραφείο Συνδέσμου ...... ήταν πραγματική και όχι προσχηματική, αφετέρου δε ότι του παρασχέθηκε υπερεπαρκής και μάλιστα ικανοποιητικός χρόνος επιστροφής στην υπηρεσία του, ήτοι τουλάχιστον 1,5 μήνας από την αρχική πρόσκλησή του και 2,5 μήνες μέχρι την κίνηση της διαδικασίας καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως. Το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος από το αναιρεσίβλητο δεν έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και τον ανωτέρω λόγο ακυρότητος αυτής (σύμβασης). Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
 Περαιτέρω η παράγραφος 2 του ανωτέρω άρθρου 53 του π.δ. 410/1988 (άρθρ. 47 ν. 993/1979) ορίζει ότι "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου των εργαζομένων στο Δημόσιο και στα ν.π.δ.δ., για σπουδαίο λόγο, και για την ερευνώμενη περίπτωση για αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για δεκαπέντε τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες, απαιτείται απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και ανακοίνωση της απόφασης στον απολυόμενο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέ κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθή. Εξ άλλου, το εκ του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης ισχύει όταν πρόκειται η δημόσια διοίκηση να χωρήσει σε διοικητική ενέργεια ή στη λήψη μέτρου εις βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του διοικουμένου, δηλαδή όταν η διοίκηση πρόκειται να εκδώσει δυσμενή για τον διοικούμενο διοικητική πράξη.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται όταν το Δημόσιο πρόκειται να χωρήσει σ ενέργεια προς πραγμάτωση δικαιώματος αυτού, το οποίο απορρέει από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την επικουρική βάση της αγωγής του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, το οποίο παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, ιστορούσε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν άκυρη, καθόσον δεν κλήθηκε σε προηγουμένη ακρόαση, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτής και για την αιτία αυτή. Η επικουρική αυτή βάση της αγωγής ήταν νομικά αβάσιμη ενόψει του ότι στην περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου στο Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος που επιβάλλει την προηγούμενη ακρόαση του διοικουμένου πριν από τη διοικητική ενέργεια ή τη λήψη μέτρων σε βάρος των δικαιωμάτων του. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε την ως άνω αγωγική βάση ως νομικά αβάσιμη, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 37, 38 παρ. 1 εδ. ε' κι 39 π.δ. 410/1988. Επομένως ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
 Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη, κατά τη διάταξη του άρθρου 674 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική αυτών δύναμη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο έλαβε υπόψη το με αριθμό πρωτοκόλλου ...... έγγραφο που υπογράφεται από την προσωπάρχη του Υπουργείου Εξωτερικών και απευθύνεται στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του ίδιου Υπουργείου, το οποίο (έγγραφο) είχε συνταχθεί για να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο δίκης που άνοιξε με την αγωγή του αναιρεσείοντος και περιέχει τις απόψεις του συντάκτη σχετικά με τα περιστατικά που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής και ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί ανωμοτί βεβαίωση του αναιρεσίβλητου που συντάχθηκε ειδικώς για να χρησιμοποιηθεί προς αντίκρουση της αγωγής του (αναιρεσείοντος). Το Εφετείο έκρινε, όπως ήδη προεκτέθηκε, ότι το ως άνω έγγραφο παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη ως νόμω υποστατό αποδεικτικό μέσο στην παρούσα εφαρμοζόμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εφόσον δεν συνιστά ανωμοτί βεβαίωση τρίτου, που δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη ώστε να τυγχάνει ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο μη δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού, αντίθετα, πρόκειται για δημόσιο έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών, υπογεγραμμένο αρμοδίως από την κατονομαζομένη προσωπάρχη της παραπάνω Διεύθυνσης του εν λόγω Υπουργείου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο έγγραφο που ο νόμος δεν επιτρέπει, καθόσον πρόκειται για δημόσιο έγγραφο. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3106/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2008. Και 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
 
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ