Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 1102/2009

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:χρόνος εργασίας,ανάπαυση,νυχτερινή εργασία, βάρδιες,
 Νόμοι:Α.Κ.,Ν. 765/1943,Π.Δ. 76/2005,Π.Δ. 88/1999
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:ΜΕΓΚΑΣΑΝ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1102/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
 
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

 Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Καραμήτρο.  

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΓΚΑΣΑΝ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.  

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2005 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκε με την από 19-9-2005 αγωγή της ήδη δεύτερης των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111ΤΜ/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2008 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. 
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
Ι.- Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, έχει μεν το χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας σε ημέρες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, διότι οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως και πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες. Για το λόγο αυτό, στην περίπτωση απλής ετοιμότητας προς εργασία, οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο συνηθισμένος μισθός σύμφωνα με το άρθρο 563 ΑΚ, ήτοι ο μισθός που καταβάλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Αντίθετο συμπέρασμα, ως προς τη φύση και τον τρόπο αμοιβής της εργασίας που προσφέρεται υπό τις παραπάνω περιστάσεις απλής ετοιμότητας προς εργασία, δεν μπορεί να συναχθεί, από τις διατάξεις του άρθρου 2 §1 του ΠΔ 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ και το οποίο τροποποιήθηκε με το ΠΔ 76/2005. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ΠΔ 88/1999 " Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος νοούνται ως: 1) Χρόνος εργασίας: Κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται, στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία εργαζομένων. 2) Περίοδος ανάπαυσης: Κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας (άρθρο 2 §§ 1,2 αυτού και της 93/104/ΕΚ οδηγίας). Από την αναφορά στο προοίμιο της οδηγίας ότι το άρθρο 118 Α της Συνθήκης προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγία, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση, ιδίως, του χώρου της εργασίας, με στόχο την εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και στις διατάξεις της 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, τον γενικό τίτλο αυτής ( "σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας") και το όλο περιεχόμενο των λοιπών διατάξεων αυτής, στις οποίες γίνεται λόγος, κατ' ενδεικτική αναφορά, για ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση, διαλείμματα, ετήσια άδεια και διάρκεια της νυκτερινής εργασίας, προκύπτει ότι με τις οδηγίες αυτές ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην εξασφάλιση της καλύτερης προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων με τη χορήγηση σ' αυτούς των καθοριζομένων κατ' ελάχιστο όριο περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και επαρκών διαλειμμάτων και τον ορισμό κατ' ανώτατο όριο των οκτώ ωρών νυκτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο και των 48 ωρών εργασίας κατά μέσο όρο ανά επταήμερο, χωρίς παράλληλα με τις ρυθμίσεις αυτές να συνδέεται και η οφειλόμενη για το χρόνο εργασίας του μισθωτού αμοιβή του (Ολ ΑΠ 10/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Την 1-5-1998 η ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από την εναγομένη ( ήδη αναιρεσίβλητη) ως φύλακας συγκροτήματος επιπλωμένων κατοικιών, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού 280.000 δρχ., ενώ της παραχωρήθηκε χωρίς αντάλλαγμα κατοικία μέσα στο χώρο των άνω κατοικιών. Στις 18-5-2005 η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης η ενάγουσα, κατά το διάστημα πέραν του συμφωνηθέντος χρόνου και των ημερών εργασίας της, είχε την υποχρέωση να προσέχει για την ασφάλεια του κτιριακού συγκροτήματος, ώστε να ειδοποιήσει εγκαίρως , αν παρίστατο ανάγκη, τις αρμόδιες Αρχές και την εναγομένη, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις της στη διάθεση της τελευταίας ως εργοδότριας κάθε στιγμή για το διάστημα αυτό, ευρισκόμενη έτσι, προδήλως, σε απλή ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσεως προς εργασία.
Συνεπώς, η ενάγουσα, εφόσον κατά το διάστημα πέραν του συμφωνηθέντος χρόνου και των ημερών εργασίας της βρισκόταν σε απλή ετοιμότητα προς εργασία, δεν υπέκειτο στις διατάξεις ειδικών νόμων και συλλογικών συμβάσεων αναφορικά με το ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις, μεταξύ άλλων, για υπερωριακή, υπερεργασιακή ή άλλη εργασία εορτής (Κυριακής-αργίας) ή αναπαύσεως. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με το ερμηνεύσει και να εφαρμόσει εσφαλμένα τις διατάξεις του ΠΔ 88/1999 και την Οδηγία 93/104 ΕΚ του Συμβουλίου της 23-11-1993 και απορριπτέος είναι ο τέταρτος λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αβάσιμος.  
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη, διακρινόμενη από άλλες συμβάσεις, όπως της μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, της μίσθωσης έργου, της εταιρείας , της εντολής. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: "Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ( ήδη πρώτος αναιρεσείων) βρισκόταν σε νομική- προσωπική εξάρτηση από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ως εργοδότριά του. Ειδικότερα ο ενάγων, ναι μεν ευθύς με την προαναφερθείσα από 1-5-1998 σύμβαση εργασίας της συζύγου του διέμενε μαζί της με τη συναίνεση της εναγομένης στην παραχωρηθείσα στη σύζυγό του από εκείνη κατοικία και ενίοτε, άλλοτε μεν στα πλαίσια εξωνομικών σχέσεων και ειδικότερα λόγω της πρόθεσής του να βοηθήσει τη σύζυγό του στην εργασία της, άλλοτε δε στα πλαίσια εντολής της εναγομένης προς αυτόν, εξουσιοδοτούμενος απ' εκείνη, προέβαινε σε ειδικές ενέργειες ( π.χ. μεταφορά από και προς το λιμάνι της ... με παραχωρηθέν Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο επισκεπτών - υποψήφιων αγοραστών κατοικιών του συγκροτήματος, πληρωμή εργαζομένων σ' αυτό, αίτηση προς τη ΔΕΗ για ρευματοδότηση πωλουμένων κατοικιών και για τη μεταφορά του λογαριασμού της ΔΕΗ σε νέο ιδιοκτήτη με εξόφληση των παλαιών λογαριασμών, αίτηση προς ΟΤΕ για εγκατάσταση τηλεφωνικής γραμμής στο κτιριακό συγκρότημα, τηλεφωνική επικοινωνία με υποψήφιους αγοραστές για παροχή σ' αυτούς πληροφοριών κλπ.), όμως αυτό δεν προσέδιδε χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας του στη σχέση του με την εναγομένη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία του έδινε δεσμευτικές οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο , τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας, ώστε να είναι υποχρεωμένος να τις ακολουθεί και να δέχεται την άσκηση ελέγχου απ' αυτήν για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές και της επιμελούς και σύμφωνης προς τις οδηγίες εκτελέσεως της εργασίας που του είχε ανατεθεί. Και ναι μεν στο από 18-4-2005 έγγραφο ( τηλεομοιοτυπία) που απέστειλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Ψ προς τους ενάγοντες, μετά την επίσκεψή του στο κτιριακό συγκρότημα, προκειμένου να παραπονεθεί και να καταδείξει τη δυσαρέσκειά του ως προς τη διαπιστωθείσα , κατ' αυτόν, κακή κατάσταση του κτιριακού χώρου, αυτός χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό, κυρίως, για την προειδοποίηση αλλαγής εκ μέρους του των εργασιακών σχέσεών τους και για την πρόσληψή τους για επιστασία του όλου συγκροτήματος ζητώντας εν τέλει απ' εκείνους, όπως επί λέξει αναφέρει, "... ελπίζω να συνειδητοποιήσετε τη σπουδαιότητα της όλης κατάστασης και να επιληφθείτε όλων των θεμάτων που αναφέρω...", πλην όμως, ο ίδιος χρησιμοποιεί ενικό αριθμό, χωρίς άλλη ειδικότερη αναφορά του προσώπου προς το οποί ο απευθύνεται , για να παραπονεθεί για τη μη εκτέλεση συγκεκριμένων αναληφθεισών συμβατικών υποχρεώσεων (π.χ. απομάκρυνση μπαζών και σκουπιδιών, έλλειψη τηλεφωνικής επικοινωνίας μ' αυτόν και τους υποψήφιους αγοραστές κατοικιών).
Συνεπώς, δεν μπορεί μόνο από τα προαναφερθέντα σημεία του ως άνω εγγράφου, χωρίς άλλα ενισχυτικά αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει και της μη πειστικής προς τούτο κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος ..., αδελφού της συζύγου του, να συναχθεί ασφαλής και σαφής δικανική πεποίθηση για τη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης".Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο πρώτος, κατά ένα μέρος του, λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν παράβαση των παραπάνω διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αναφερόμενο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την ανυπαρξία εργασιακής σύμβασης του πρώτου αναιρεσείοντος, χωρίς απόδειξη, "γιατί απέρριψε και παρέλειψε να αναφερθεί και στα λοιπά προσκομισθέντα από αυτόν αληθινά στοιχεία, που αν ορθά τα αξιολογούσε και δεν παρέλειπε να τα λάβει υπόψη του, σίγουρα θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την κρίση του για την ανυπαρξία εργασιακής σύμβασης του πρώτου αναιρεσείοντος το Εφετείο στήριξε στα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένορκη βεβαίωση, όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την υπ' αριθμ ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πάρου Ευρυδίκης Τσάση που λήφθηκε επ' ευκαιρία δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων) και δεν δέχτηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.  
ΙΙΙ. -Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή. Γενικά ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του παραπάνω από 18-4-2005 εγγράφου της εναγομένης. Όμως, με το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν αναίρεση με βάση τη διάταξη που προαναφέρθηκε, αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου κατά την εκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου, η οποία έγινε σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλματος ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου και όχι σφάλματος ως προς την ανάγνωσή του.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
  
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ  

Απορρίπτει την από 27-6-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και 

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ. 
 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Mαρτίου 2009.
 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.
  
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ