Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 141/2010

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:έμμεση διάκριση,διακρίσεις, σεξουαλική παρενόχληση
 Νόμοι:Α.Κ.,Ν. 2112/1920,Ν. 3198/1955,Ν. 3488/2006
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:SANOFI - AVENTIS Α.Ε.Β.Ε.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 141/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα 
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
 
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
 Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουλοχέρη.  
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SANOFI - AVENTIS Α.Ε.Β.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "AVENTIS PHARMA Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμακευτικών Προϊόντων Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ..., Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Θεοδόση.  

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3643/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-12-2008 αίτησή της.  Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Ι.- Από τα άρθρα 669 § 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία, ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την " AVENTIS PHARMA Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία φαρμακευτικών προϊόντων ΑΕΒΕ" στις ...2003 με έγγραφη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στη θέση του ιατρικού επισκέπτη ως χημικός βιολόγος. Μετά τη βασική της εκπαίδευση επί δίμηνο περίπου εντάχθηκε στην καρδιολογική ομάδα μαζί με τους... και ...υπό τον Π1. Ο τελευταίος ως προϊστάμενός της την ενθάρρυνε δίνοντάς της τα ευκολότερα θεωρούμενα νοσοκομεία, τα οποία καλύπτονταν επί πολλά έτη από έμπειρους επισκέπτες της εταιρείας και έτσι ήταν ευκολότερη η πρόσβαση των ιατρικών επισκεπτών ( όπως Α. Φλέμινγκ, Ελπίς, ΚΑΤ κλπ) και τη συνόδευσε πολλές φορές για να τη συστήσει στους ιατρούς. Η ενάγουσα απέφευγε να αποκτήσει το απαιτούμενο επίπεδο επιστημονικής ενημέρωσης, να συμμορφωθεί στις υποδείξεις του προϊσταμένου της στην τεχνική της ενημέρωσης των ιατρών, να του μεταφέρει τυχόν προβλήματα που παρουσιάστηκαν, να τον ενημερώνει για τις ανταγωνιστικές εργασίες του κλάδου της. Παρότι όμως η εκκαλούσα επιβαρύνθηκε περαιτέρω με την παροχή σ' αυτήν μπόνους, το οποίο συνιστά οικειοθελή παροχή και δεν προκύπτει υποχρέωση της εργοδότριας προς καταβολή του ως και την αύξηση κατά 10% των αποδοχών της που διαμορφώθηκαν σε 1200 ευρώ μετά τη θετική αξιολόγηση που της έκανε ο προϊστάμενός της για την απόδοσή της το έτος 2003, η ενάγουσα δεν κατάφερε να ενσωματωθεί στη λογική της λειτουργίας της καρδιολογικής ομάδας, σχολίαζε και έκανε αρνητική κριτική για τη συμπεριφορά του προϊσταμένου της και κρατούσε υπεροπτική στάση απέναντί του, αρνούμενη να τον ενημερώνει καθημερινά παρά τις συνεχείς προτροπές του. Ενόψει και της συγχωνεύσεως της εργοδότριας με τη φαρμακευτική εταιρεία ..., η οποία την εξαγόρασε τελικώς, ο Π1 ζήτησε από τον προϊστάμενό του Π2 να μετακινήσει την ενάγουσα σε άλλη θέση. Στα τέλη Νοεμβρίου 2004, όταν ολοκληρώθηκε το νέο οργανόγραμμα, η καρδιολογική ομάδα καταργήθηκε και ο Διευθυντής πωλήσεων ζήτησε από την ενάγουσα να παρέχει από τον Ιανουάριο του 2005 τις υπηρεσίες της υπό τον ... κοντά στο σπίτι της σε νοσοκομείο των βόρειων προαστίων , εκείνη όμως αρνήθηκε θυμωμένη. Στις 9-12-2004 η εργοδότρια κάλεσε την ενάγουσα και της ζήτησε να λυθεί η σύμβαση εργασίας της. Η ενάγουσα, στη συνέχεια, επέδωσε στις 16-12-2004 εξώδικο στο οποίο ουδέν αναφέρει για σεξουαλική παρενόχληση αλλά ζητάει να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες της και σε περίπτωση που επιμείνουν στην απόλυσή της τους προσφέρει το αυτοκίνητό της που απέκτησε με δανειοδότηση από την εκκαλούσα. Στις 20-12-2004 η πρώτη εκκαλούσα με εξώδικη δήλωση- πρόσκληση που επέδωσε στην ενάγουσα κατάγγειλε την επίδικη σύμβαση εργασίας και προσέφερε τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Με τα δεδομένα αυτά η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη και καταχρηστική, εφόσον η πρώτη εκκαλούσα με την ενέργειά της αυτή δεν υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αλλά άσκησε το διευθυντικό της δικαίωμα λόγω της δυσαρμονίας των σχέσεων της ενάγουσας με τη λοιπή ομάδα. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι ο λόγος της απόλυσης της ενάγουσας δεν ήταν η εμπάθεια και η εκδικητικότητα της εναγομένης κατ' αυτής και ότι η τελευταία ουδέποτε περιήλθε σε υπερημερία, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και , δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και δη κατά το μέρος της που αφορά το σχετικό με πέντε ημέρες της άδειας της έτους 2004 κονδύλιο. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 9 του ν. 3488/2006 ( περί ισότητας των φύλλων και παρενόχλησης - σεξουαλικής παρενόχλησης), αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η καταγγελία της σύμβασης της αναιρεσείουσας δεν συνδέεται με σεξουαλική της παρενόχληση, και, ακόμη, δεν παραβίασε με κακή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, δεν παραβίασε ούτε την αρχή της προστασίας της προσωπικότητας (άρθρα 5 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος) και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) (άρθρο 6 παρ.1) και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγους του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
 
ΙΙ.- Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που παρά την αναφορά του στον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται ως εκ του περιεχομένου του στην πλημμέλεια από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι α) σε σχέση με την απόδειξη της σεξουαλικής παρενόχλησης δεν αναφέρει τίποτε για την κατάθεση στην ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα ... και β) σε σχέση με την επαγγελματική της επάρκεια δεν αναφέρει "τους προσκομισθέντες πίνακες (σχετ. 7), "το βιογραφικό της (βλ. βεβαιώσεις υπηρεσίας σχετ. 3 και βεβαιώσεις προϊσταμένου στην εναγομένη Π2 σχετ. 6) και "την αναφορά της". Ο λόγος όμως αυτός, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον στην πρώτη περίπτωση δεν καθορίζεται ο αριθμός της ένορκης βεβαίωσης και στη δεύτερη δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω έγγραφα που αγνοήθηκαν. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα το οποίο αναφέρθηκε στην προηγούμενη αιτιολογία της παρούσας απόφασης, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να προβεί σε περαιτέρω απόδειξη γι' αυτά, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, στην οποία το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει απόφαση περί αποδείξεων. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναιρέσεως αναφέρεται αποκλειστικά σε δικονομικές ακυρότητες, ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία, κυρίως δε τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων και όχι σε ακυρότητα ουσιαστικού δικαίου. Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως που, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο εσφαλμένα δεν διέγνωσε την προφανή παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και με τη διάγνωση αυτή να κηρύξει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 2-12-2008 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.3643/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και  
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2010.
 
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ