Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 436/2010

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:μισθός,δημόσιο,ιδιωτικό,επιχείρηση,άδεια,αποδοχές,ετήσια άδεια,διαλείπουσα εργασία, εκ περιτροπής εργασία, αποδοχές,άδεια ετήσια
 Νόμοι:Α.Κ.,Α.Ν. 539/1945,Ν. 1346/1983,Ν. 28/1944,Ν. 3302/2004,Ν. 435/1976,Ν. 4504/1966,Ν. 539/1945,Ν. 549/1977,Ν.Δ. 3755/57
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε,ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε,ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ,ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ

Κείμενο Απόφασης
 Αριθμός 436/2010 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 
B2' Πολιτικό Τμήμα  

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
 ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
 
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου. 
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ" ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ, η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 4) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.  
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 791/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9672/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-11-2008 αίτησή του.  
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 26-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. 
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ'αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς του οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 3-10-1996 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 9672/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 791/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες για το λόγο ότι, όπως κρίθηκε, αυτές δεν νομιμοποιούνται παθητικά. Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως διαλαμβάνονται οι πιο κάτω εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι πλήττουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης 9672/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος που δεν έγιναν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτήν κονδύλια της αγωγής και ουδένα λόγο αναιρέσεως παραθέτουν που να αρμόζει στο πρόσωπο της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, αλλά και της τέταρτης (ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.), κατά της οποίας ασκείται η αναίρεση, ως διαδόχου της αρχικής δεύτερης (ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗΣ Α.Ε.) και στην απορριπτική , ως προς αυτές (2η και 3η), κρίση του Εφετείου. Επομένως, ως προς τις αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.  
Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ. 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Περαιτέρω, στα άρθρα 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της πιο πάνω, κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25.825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την ορθήν έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερον καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις Υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών μετά των προβλεπόμενων προσαυξήσεων (Ολ.ΑΠ 87/1971). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β.δ. 748/1966, κατά την παράγραφο 1 του οποίου οι διατάξεις του εφαρμόζονται υπό τις σ' αυτό διακρίσεις σ' όλη την Επικράτεια, κατά τις Κυριακές και τις στο άρθρο 4 του βασιλικού αυτού διατάγματος οριζόμενες αργίες και υπό τις στο διάταγμα αυτό διακρίσεις απαγορεύεται στους στο Κράτος οπαδούς κάθε θρησκεύματος κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία και κάθε επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα. Ακόμη, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 10 του ίδιου β.δ/τος "μισθωτοί εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενοι κατά Κυριακήν, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος, άνω των πέντε ωρών, δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως ταύτης και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως διαρκείας 24 συνεχών ωρών κατ' άλλην εργάσιμον ημέραν της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος, αρχομένων από της ώρας λήξεως της εργασίας", κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου "μισθωτός εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενος κατά Κυριακήν μέχρι πέντε ώρας δύναται να αξιώση ισόχρονον αναπληρωματικήν εβδομαδιαίαν ανάπαυσιν εκ του εργασίμου χρόνου άλλης ημέρας της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος". Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του ως άνω β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά Κυριακή επί χρόνο άνω των πέντε ωρών πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες υπό τις οποίες ακύρως εργάστηκε κατ' αυτές ο μισθωτός. 'Ετσι, ειδικότερα, ο εργοδότης υποχρεούται σε απόδοση της αμοιβής, την οποία αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο όπου παρασχέθηκε η εργασία, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο της ικανότητας και των προσόντων εκείνου που παρέσχε αυτή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις τις οποίες θα δικαιούνταν να λάβει εκείνος που παρέσχε την εργασία, αν συναπτόταν έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως εκ των συνοδευουσών το πρόσωπο αυτού ιδιαίτερων περιστάσεων, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί εγκύρως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το αίτημα του ενάγοντος να του επιδικασθεί για την παρασχεθείσα εργασία του κατά το επίδικο διάστημα από 8-7-1998 μέχρι 25-10-2002 4 Κυριακές το μήνα επί 12ωρο, χωρίς να του χορηγηθεί εβδομαδιαία αναπληρωματική ανάπαυση, η προβλεπόμενη από το νόμο προσαύξησης 75%, καθώς και αποζημίωση για παράνομη στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης βάσει των διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και αποζημίωση για τις (4) υπερωρίες που πραγματοποιούσε τις Κυριακές, δέχθηκε τα εξής: "Στις 8-7-1998 ο ενάγων προσελήφθη με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, της οποίας μέλη είναι οι λοιπές ανώνυμες εταιρείες, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του χειριστή εκσκαπτικών μηχανημάτων στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία στην ... και αφορούσε την κατασκευή δύο σηράγγων στο όρος ..., μήκους 9 χιλιομέτρων η καθεμία, έργο που η κοινοπραξία είχε αναλάβει από την εταιρεία ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε., καθώς στις σήραγγες θα τοποθετούντο σιδηροδρομικές τροχιές του ΟΣΕ. Ο μισθός του ενάγοντος τον Ιούλιο του 1998 ανερχόταν σε 400.313 δραχμές και το ωρομίσθιο του σε 2.402 δραχμές. Το εργοτάξιο λειτουργούσε με τρεις βάρδιες ημερησίως. Ο ενάγων εργαζόταν σε βάση 8 ωρών ημερησίως. Πλην όμως απασχολείτο και υπερωριακώς ή τα Σαββατοκύριακα ανάλογα με τις ανάγκες του έργου κατά τα παρακάτω. Ο ενάγων δικαιούται το νόμιμο μισθό που προβλέπουν οι ΣΣΕ και ΔΑ των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών κ.λ.π. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων της χώρας, όπως κατωτέρω. Επίσης δικαιούται προσαύξηση στο μισθό του λόγω επιδόματος τριετιών από 50%, γάμου από 10%, ειδικών συνθηκών 15%, χειρισμού μηχανήματος έως 200 ίππων από 7%, καθώς και επιδόματος γαλαρίας από 10%, συνολικά δε, προσαυξάνει ο νόμιμος μισθός του εκ των λόγων αυτών σε ποσοστό 92%. Ως προς τα δύο τελευταία επιδόματα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων που είχε προσληφθεί ως χειριστής, χειριζόταν εκσκαφέα μέχρι 200 ίππων, τον οποίο κινούσε και εντός της σήραγγας, εφόσον αυτό ήταν το αντικείμενο του έργου της κοινοπραξίας. Εξάλλου, αφού υπήρχε ειδικό εργατοτεχνικό προσωπικό για τις εργασίες του βοηθού χειριστή στα μηχανήματα όπως και αυτό του ενάγοντος, αυτός δεν εκτελούσε τέτοιες εργασίες και ως εκ τούτου οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις του είναι ουσιαστικά αβάσιμες. Ο ενάγων πληρωνόταν το προβλεπόμενο από τις ΣΣΕ και ΔΑ επίδομα ενοικίου, όπως και την προβλεπόμενη φιάλη γάλακτος ή το αντίτιμο αυτής, όπως κατωτέρω. Οι υπερωρίες καταγράφονταν στις μισθωτικές καταστάσεις από τον Απρίλιο του 2001 ως "πριμ απόδοσης". Ο ενάγων απασχολήθηκε στο εν λόγω έργο κατά τα συμφωνηθέντα στην έγκυρη εργασιακή του σύμβαση μέχρι 25-10-2002, οπότε καταγγέλθηκε η εν λόγω σύμβαση από την εναγομένη που άσκησε το σχετικό δικαίωμα της και έληξε. Ο ενάγων εδικαιούτο, πέρα από τον προβλεπόμενο από τις παρακάτω Δ.Α. και Σ.Σ.Ε., οι οποίες ίσχυσαν και κάλυπταν, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, την εργασιακή του σχέση με την εναγομένη κοινοπραξία, βασικό μισθό, τα πιο πάνω επιδόματα". Στη συνέχεια το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του ανέφερε τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές τις οποίες ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει, κατά τις χρονικές περιόδους από 8/7/1998 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2002, τις αποδοχές που ελάμβανε και τη διαφορά που προέκυπτε, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι νόμιμες αποδοχές ήταν μεγαλύτερες των καταβαλλομένων, συνολικά δε έκρινε ότι οι διαφορές μεταξύ των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος για το ένδικο χρονικό διάστημα και εκείνων που του κατέβαλε κατ' αυτό η εναγομένη και "που δικαιούται αυτός να του επιδικαστούν, ανέρχονται, συνολικά, στο ποσό των 2.963 ευρώ (62.976 + 83.112 + 64.074 + 135.026 + 65.330 + 262.848 δρχ. + 986,9 ευρώ)". Περαιτέρω δέχθηκε ότι "εκτός από την ημερήσια οκτάωρη εργασία που προσέφερε ο ενάγων στο εργοτάξιο της εναγομένης, στα πλαίσια της υπόψη εργασιακής του συμβάσεως, όπως σαφώς προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καρτέλες εργασίας μισθωτού του ενάγοντος για όλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης του, εργαζόταν και πέραν του οκταώρου, αλλά και κατά Σάββατα και Κυριακές" . Ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι , για την οποία υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και παράνομη υπερωριακή του απασχόληση ο ενάγων δικαιούται τα αναφερόμενα στην απόφαση και προσδιοριζόμενα κατά μήνα χρηματικά ποσά από την ως άνω ημέρα πρόσληψής του τον Ιούλιο 1998 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2002. Ειδικότερα, ως προς την προσαύξηση 75 % που δικαιούται για την εργασία του τις Κυριακές, δέχθηκε ότι: α) από την πρόσληψή του μέχρι 31-1-1999 εργάστηκε τις Κυριακές επί 113 ώρες και δικαιούται 212.553 δρχ. β) από 1-2-99 έως 30-6-99 εργάστηκε επί 80 ώρες και δικαιούται 172.500 δρχ. γ) από 1-7-99 έως 31-12-99 εργάστηκε επί 114 ώρες και δικαιούται 250.088 δρχ. δ) από 1-1-2000 έως 30-6-2000 εργάστηκε επί 112 ώρες και δικαιούται 254.436 δρχ. ε) από 1-7-2000 έως 31-12-2000 εργάστηκε επί 96 ώρες και δικαιούται προσαύξηση 220.896 δρχ. στ) από 1-1-2001 έως 30-3-2001 εργάστηκε επί 48 ώρες και δικαιούται προσαύξηση 75% 116.028 δρχ. ζ) από 1-4-2001 έως 30-6-2001 εργάστηκε επί 56 ώρες και δικαιούται 135.366 δρχ. η) από 1-7-2001 έως 31-12-2001 εργάστηκε επί 104 ώρες και δικαιούται 251.394 δρχ. και θ) από 1-1-2002 έως 25-10-2002 εργάστηκε επί 128 ώρες και δικαιούται 973,44 ευρώ. Και συνολικά, για προσαύξηση 75% από την εργασία κατά τις Κυριακές, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται 1.613.261 δραχ. και 973,44 ευρώ, ήτοι συνολικά 5.707,88 ευρώ. Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων στα πιο πάνω αντίστοιχα διαστήματα εργάστηκε και Σάββατα, πραγματοποίησε υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία τις παρακάτω ώρες και δικαιούται τα αντίστοιχα ποσά: α) 138 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 346.104 δρχ., 87 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 272.745 δρχ., 64 παράνομες υπερωρίες και δικαιούται 321.024 δρχ. β) 80 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 230.000 δρχ., 36 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 122.375 δρχ., 17 παράνομες υπερωρίες και δικαιούται 97.950 δρχ. γ) 104 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 304.200 δρχ., 13 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 47.531 δρχ. δ ) 112 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 339.248 δρχ., 9 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 34.076 δρχ., ε) 104 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 319.072 δρχ., 52 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 199.420 δρχ., 3 παράνομες υπερωρίες και δικαιούται 18.408 δρχ. στ) 48 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 154.704 δρχ., 32 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 103.136 δρχ., 12 παράνομες υπερωρίες και δικαιούται 77.352δρχ. ζ) 56 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 180.488 δρχ., 3 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωρία και δικαιούται 14.504 δρχ. η) 96 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 309.408 δρχ., 15 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωρία και δικαιούται 72.518δρχ., 1 ώρα παράνομη υπερωρία και δικαιούται 8.058 δρχ. θ) 128 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 1.297,92 ευρώ., 8 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωρία και δικαιούται 121,68 ευρώ, 2 ώρες παράνομη υπερωρία και δικαιούται 50,7 ευρώ. Και συνολικά για προσαύξηση 75% ωρών εργασίας κατά Κυριακές, για εργασία κατά τα Σάββατα, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία δικαιούται το ποσό των 17.681,83 ευρώ. Δηλαδή συνολικά δέχθηκε ότι καταβλήθηκε για τις πιο πάνω αιτίες το ποσό των 11.973,95 ευρώ και με την αμοιβή για την προσαύξηση 75% των Κυριακών, συνολικά 17.681,83 ευρώ (11.973,95+ 5.707,88). Και αφού δέχθηκε ότι καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για όλες τις ένδικες αξιώσεις του το ποσό των 44.116,28, το Εφετείο έκρινε ότι με το ποσό αυτό εξοφλήθηκε και το ποσό των 5.707,88 ευρώ που δικαιούται από προσαύξηση 75% των ωρών εργασίας κατά Κυριακές και επίσης εξοφλήθηκε και η αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσής του και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής για καταβολή της προσαύξησης 75% της εργασίας κατά τις Κυριακές και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της πληρωμής της προσαύξησης 75% της εργασίας των Κυριακών και ωρών κατά μήνα, που δέχθηκε ότι εργαζόταν, και της αποζημίωσης για παράνομης στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του. Ειδικότερα: Α) ως προς την προσαύξηση του 75% δεν αναφέρει το ποσό που καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για προσαύξηση 75% για την εργασία του τις άνω ώρες που δέχθηκε ότι εργάστηκε κατά τις Κυριακές, ώστε να δύναται να κριθεί εάν επήλθε μερική η ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης έκρινε ότι το ποσό των 5.707,88 ευρώ, που δέχθηκε ότι δικαιούται για προσαύξηση 75%, εξοφλήθηκε με την καταβολή του συνολικού ποσού των 44.116,28 ευρώ, ποσό το οποίο, όπως αναφέρεται στην απόφαση, καταβλήθηκε συνολικά για τις πιο πάνω αιτίες, δηλαδή προς εξόφληση της αμοιβής των ωρών εργασίας κατά Σάββατα, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία και "για πριμ απόδοσης", όπως καταγράφονταν στις μισθολογικές καταστάσεις από τον Απρίλιο του 2001 οι υπερωρίες, κατά τις παραδοχές της απόφασης. Δεν καθίσταται όμως σαφές αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό - και ποιο - από το συνολικό των 44.116,28 ευρώ, που να αφορούσε καταβολή προς εξόφληση των 5.707,88 ευρώ για τις πιο πάνω ώρες εργασίας τις Κυριακές, ή αν στο υπέρτερο , κατά τις παραδοχές της απόφασης, καταβληθέν ποσό 44.116,28 ευρώ, συμψηφίστηκε - καταλογίστηκε - και το οφειλόμενο ποσο των 5.707,88 ευρώ, δεδομένου ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν αναφέρεται στην απόφαση, εάν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης του 75% της εργασίας του κατά τις Κυριακές στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται ο μονομερής αυτός συμψηφισμός. Β) Ως προς την αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται, όπως κατά λέξη αναφέρει, ότι "ο ενάγων ελάμβανε το ημερομίσθιο του κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του - Κυριακές - , κατά τις οποίες απασχολείτο, στις οποίες και υπολογίζεται ως άνω η από 75% προσαύξηση". Δέχεται, δηλαδή, ότι, για τις πιο πάνω Κυριακές, κατά τις οποίες ο ενάγων εργάστηκε και στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση του, εξοφλήθηκε και η αξίωσή του αυτή, για αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης, με την καταβολή του πιο πάνω συνολικού ποσού των 44.116,28 ευρώ. Δεν αναφέρεται όμως, ούτε στην περίπτωση αυτή το ποσό που δικαιούται ο αναιρεσείων και το ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν για την εν λόγω αξίωσή του, αλλά αναφέρεται μόνο ότι το (μη προσδιοριζόμενο) ποσό που δικαιούται εξοφλήθηκε με την καταβολή του πιο πάνω συνολικού ποσού των 44.116,28 ευρώ. Όμως και στην περίπτωση αυτή, δεν καθίσταται σαφές αν συγκεκριμένο ποσό - και ποιο - από το συνολικό των 44.116,28 ευρώ αφορούσε καταβολή προς εξόφληση της πιο πάνω αξιώσεως, ή αν στο υπέρτερο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, καταβληθέν ποσό καταλογίστηκε μονομερώς από την εργοδότρια Κοινοπραξία και το οφειλόμενο ποσό αποζημιώσεως. Επίσης ασάφεια προκαλείται, ως προς το αν η προσβαλλόμενη απόφαση υπολόγισε την καταβληθείσα, όπως δέχεται, προσαύξηση 75%, καθώς και την αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης, επί των νομίμων αποδοχών, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της, στον ενάγοντα δεν καταβλήθηκαν οι νόμιμες αποδοχές, αλλά μικρότερες αυτών. Με τις αιτιολογίες αυτές καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983,και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ. 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 -Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ.19/29.4. 2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ`αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δέκα τεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Εξάλλου αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν υπάρχει στην απόφαση έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια ή ασάφεια αιτιολογιών, όπως συμβαίνει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στις αναιρεσίβλητες συνεχώς από 8-7-1998 μέχρι 25-10-02 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, είχε προϋπηρεσία κατά την πρόσληψη από το έτος 1970 με άδεια χειριστή από το 1970, από Δευτέρα έως και Σάββατο δηλ. με το σύστημα εργασίας εξ ημερών την εβδομάδα, αυτές δεν του χορηγούσαν την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωναν ούτε τις αποδοχές αδείας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών αδείας επιδόματος των ετών 1999, 2000, 2001 και αποζημίωσης αδείας επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργασίμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της αδείας μου από υπαιτιότητα τους. Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το πιο πάνω κονδύλιο της αγωγής του και με τον 10° λόγο της έφεσης του, καθώς και με πρόσθετο αυτής λόγο ο ενάγων αναιρεσείων πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδειας δέχθηκε τα εξής: "... Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα της εργασιακής του σχέσης με την εναγομένη ελάμβανε την κανονική του άδεια κατ' έτος. Ως προς τα επιδόματα αδείας αυτού, όμως, πρέπει, να σημειωθούν τα ακόλουθα: για το επίδομα αδείας του 1999 εδικαιούτο 264.942 δρχ. (425.981 + 58.000 + 3.500 + 7.922 αμ. υπερεργ. + 41.681 δρχ. προσ. Κυρ. = 529.884 Χ 1/2). Έλαβε από την εναγομένη 200.157 δρχ. και δικαιούται την από 64.785 δρχ. διαφορά. Για το επίδομα αδείας 2000 εδικαιούτο 276.422 δρχ. (438.758 δρχ. + 62.000 δρχ. επ. εν. + 4.000 δρχ. αντ. γάλ. + 5.679 αμ. υπερεργ. + 42.406 δρχ. = 552.843 δρχ. Χ 1/2). Έλαβε από την εναγομένη 208.127 δρχ. και δικαιούται την από 68.295 δρχ. διαφορά. Για το επίδομα αδείας 2001 εδικαιούτο 300.786 δρχ. (467.612 δρχ. + 65.000 + 4.500 + 25784 δρχ. αμ. υπερεργ. + 38.676 δρχ. Προ Κυρ. Χ 1/2). Έλαβε 220.140 δρχ. και δικαιούται την από 80.646 δρχ. διαφορά. Για επίδομα αδείας 2002 εδικαιούτο 899,7 ευρώ. (1.455 ευ. + 220 ευ. επ. εν. + 15 ευ. αντ. γάλ. + 12 ευρώ αμ. υπερεργ. + 97,4 ευρώ Προ Κυρ. Χ 1/2) και έλαβε 669,94 ευρώ. και δικαιούται την από 199,76 ευρώ διαφορά ...".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς στο ζήτημα της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 1999, 2000, και 2001, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών αδείας των ετών αυτών, της δικαιούμενης αποζημίωσης αδείας έτους 2002 και της καταβολής των αποδοχών και της αποζημίωσης αδείας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ελάμβανε την κανονική του άδεια κατ' έτος, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας των πιο πάνω ετών και αποζημίωσης αδείας 2002, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε η όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει πότε και πόσες ημέρες άδειας έλαβε, με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό αδείας που εδικαιούτο (δηλαδή ως παρέχων εργασία έξι ημέρες ή πέντε εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας), προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιουμένων ημερών αδείας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων αυτού, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο (και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό), εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τον Ιούλιο του 98 που προσλήφθηκε έως και Οκτώβριο του 2002 που απολύθηκε και μάλιστα ότι εργαζόταν επί 8ώρο από Δευτέρα έως και Παρασκευή, όπως γίνεται δεκτό κατά την εξεύρεση της διαφοράς νόμιμων μισθών (χωρίς να διευκρινίζεται η να αφαιρείται ο τυχόν χρόνος αδείας). Περαιτέρω γίνεται δεκτό με την απόφαση ότι ο ενάγων εργαζόταν κάθε μήνα δύο με τρία Σάββατα και δύο με τρεις Κυριακές, πραγματοποιώντας, επιπλέον και υπερεργασία και υπερωριακή εργασία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο όμως κατά το προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος της (και ως προς την πρώτη μόνο αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).  
 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 10-11-2008 (αρ. καταθ. 1342/1211 - 08) αίτηση του Χ για αναίρεση της 9.672/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ανωνύμων εταιρειών, "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" και "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.". 
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Δέχεται την πιο πάνω αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ".
 Αναιρεί, κατά το εις το αιτιολογικό μέρος της, την 9.672/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
 Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος τούτο, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
 Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.
 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ