Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 437/2010

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:μισθός,δημόσιο,ιδιωτικό,επιχείρηση,άδεια,αποδοχές,ετήσια άδεια,διαλείπουσα εργασία, εκ περιτροπής εργασία, αποδοχές,άδεια ετήσια
 Νόμοι:Α.Κ.,Α.Ν. 539/1945,Ν. 1346/1983,Ν. 3144/2003,Ν. 3302/2004,Ν. 4504/1966,Ν. 539/1945,Ν. 549/1977,Ν.Δ. 3755/57
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε,ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ

Κείμενο Απόφασης
 Αριθμός 437/2010 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 
B2' Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
 ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
 
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου. 
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ράπτη. 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.  
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 744/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1140/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-12-2008 αίτησή του.  
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 26-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο λόγος της αναιρέσεως. 
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.α του ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε", ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ". Από τα στοιχεία όμως του φακέλλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η ιδιότητα αυτή της εταιρείας "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε", η οποία δεν υπήρξε διάδικος στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα από τα στοιχεία αυτά προέκυψε ότι ο κατασκευαστικός κλάδος της αρχικής διαδίκου εναγομένης εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." με Αρ.Μ.Α.Ε. 13555/06/Β/86/08 απορροφήθηκε [με εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ ΑΕ 14054/14-12-2007) καθώς και με την Κ2 -17791/13-12-2007 εγκριτική απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΑΕ13996/13-12-2007)], από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ", η οποία, με την ΕΜ-29136/17-12-2007 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, μετατράπηκε σε "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε" (με Αρ.Μ. ΑΕ 49833/01 ΑΤ/Β/342 (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία και υπήρξε η καθολική διάδοχος του κατασκευαστικού κλάδου της αρχικής διαδίκου, σε κατασκευαστικό έργο της οποίας προσέφερε την εργασία του ο αναιρεσείων, από την οποία πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις του, ενώ αντίθετα δεν προέκυψε σχέση της δεύτερης αναιρεσίβλητης με την κρινόμενη υπόθεση. Επομένως, ως προς αυτήν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως. 
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983,και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν.3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 και του άρθρου 8 της απο 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ. 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ.19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Υπό την ισχύ δε του ν. 3144/2003 δικαιούται ο εργαζόμενος και κατά τον πρώτο χρόνο εργασίας του σε συγκεκριμένο εργοδότη να λάβει από την έναρξη της απασχόλησής του ποσοστό της αδείας του. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Εξάλλου, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν υπάρχει στην απόφαση έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια ή ασάφεια αιτιολογιών, όπως συμβαίνει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, σχετικά με τα ουσιώδη για την εξεταζόμενη αίτηση ζητήματα, δέχθηκε τα εξής: "... Στις 4-9-2000, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη τεχνική εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου - βαρέλας μπετόν και απασχολήθηκε σ' αυτή με την εν λόγω ειδικότητα του για τη μεταφορά του μπετόν από τις εγκαταστάσεις της στο ... στα διάφορα εργοτάξια της για τις ανάγκες των συνεργείων της. Η σύμβαση εργασίας του διήρκεσε μέχρι την 22-7-2004, οπότε και καταγγέλθηκε από την εναγομένη, αφού του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση ύψους 3.057,44 €. Για την εργασία του αυτή ο ενάγων, που παρείχε κατά πλήρες ωράριο, δικαιούταν τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών κλπ αυτοκινήτων όλης της χώρας. Ειδικότερα ο ενάγων, σύμφωνα με τα γνωστοποιηθέντα στην εναγομένη κατά την πρόσληψη του προσόντα ήτοι έγγαμος με τέσσερα ανήλικα παιδιά που γεννήθηκαν τα έτη 1999, 1992, 1997, 1999, με άδεια οδήγησης Ε' κατηγορίας, προϋπηρεσία 5 ετών, που οδηγούσε βαρέλα μπετόν ωφέλιμου βάρους 13.550 τόνων, δικαιούταν ως νόμιμες αποδοχές, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις τα ακόλουθα ποσά μηνιαίως: Από 4-9-2000 έως 31-12-2000 βασ. μισθό 170.000 δρχ, τριετίες 18.700, επιδ. γάμου 17.000, επιδ. τριών παιδιών 25.500, διορθωτικό ποσό εγγάμου με τρία παιδιά 13.500, επίδομα ειδικών συνθηκών οδηγών φορτηγών άνω των 13 τόνων 20.000, επίδομα μεταφοράς σκυροδέματος 6.500, σύνολο 271.200 δρχ (ΔΑ 8/2000). Από 1-1-2001 έως 30-6-2001 βασ. μισθό 175.100, επίδ. τριετιών 19.261, επίδ. γάμου 17.510, επίδ. τριών παιδιών 26.265, διορθωτικό ποσό εγγάμου με τρία παιδιά 13.905, επίδ. ειδικών συνθηκών οδηγών φορτηγών άνω των 13 τόνων 20.000, επίδ. μεταφοράς σκυροδέματος 13.500, σύνολο 285.541 δρχ. και από 1-7-2001 έως 31-12-2001 (βασ. μισθ. 178.602 δρχ) σύνολο 290.581 δρχ. (ΔΑ 19/2001). Από 1-1-2003 έως 31-12-2003 που έχει συμπληρώσει προϋπηρεσία 6 χρόνια, με 2 χρόνια στον ίδιο εργοδότη δικαιούται βασ. μισθό 584 €, επιδ. τριετιών 93,44 €, επιδ. γάμου 58,40, επιδ. τέκνων 87,60 €, διορθωτ. 40, επίδ. ειδικών συνθηκών οδηγών φορτηγών άνω των 13 τόνων 65 € και επίδομα μεταφοράς σκυροδέματος 44 €, σύνολο 972,44 € (ΔΑ 15/2003). Και από 1-1-2004 έως 22-7-2004 βασ. μισθ. 700 €, επιδ. τριετιών 91 €, επιδ. γάμου 70 €, επιδ. 4 τέκνων - δεδομένου ότι με την παρ. Α 2 της ΔΑ 20/2004 χορηγήθηκε επίδομα για κάθε παιδί ανεξάρτητα του αριθμού τους, ενώ μέχρι 31-12-2003 ίσχυε κατ' ανώτατο όριο μέχρι τρία παιδιά - 140 €, επιδ. εξομάλυνσης 15 € και επιδ. μεταφοράς σκυροδέματος 44 €, σύνολο 1045 € (ΔΑ 20/2004). ... Στο διάστημα αυτό η εναγομένη του κατέβαλε μέχρι 31-12-2000 240.050 δρχ μηνιαίως, μέχρι 30-6-2001 259.700 δρχ, μέχρι 31-12-2001 270.000 δρχ, μέχρι 30-12-2003 989 € και μέχρι 22-7-2004 1.023 € μηνιαίως. Επομένως εξακολουθεί να του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 4-9-2000 έως 31-12-2000 (271.200 - 240.050) 31.150 δρχ. και ήδη 91,42 € μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2001 (285.541 - 259.700) 25.841 δρχ. και ήδη 75,80 € μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2001 έως 31-12-2001 (290.581 - 270.000) 20.581 δρχ. και ήδη 60,40 € μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 22-7-2004 (1.045 - 1.023) 22 € μηνιαίως, σύνολο 1.337 €. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά από μισθολογικές διαφορές για υπερεργασία και υπερωρίες και επιδόματα εορτών. Σχετικά με το ζήτημα της καταβολής αποδοχών - επιδόματος αδείας το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... Περαιτέρω τα δώρα εορτών και οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, υπολογίζονται επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αμοιβές της υπερεργασίας και της νόμιμης υπερωριακής εργασίας, εφόσον παρέχονται τακτικά. Η εναγομένη, πληρώνοντας τα δώρα και τις άδειες στον ενάγοντα, υπολόγισε και τις αμοιβές αυτές, πλην όμως κατέβαλε αυτές μειωμένες κατά τα ίδια ως άνω χρονικά διαστήματα, κατά το μέρος που του κατέβαλε μισθό μικρότερο του νομίμου και επομένως του οφείλει τη διαφορά. Έτσι ο ενάγων δικαιούται για αναλογία δώρου Χριστουγέννων ... και για αποδοχές και επίδομα άδειας 2001 151€ Χ 1,5 =226 €. ... 2004 28 € Χ 1,5 = 42 €. ... Κατά τα λοιπά δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε τις Κυριακές, ούτε ότι η εναγομένη δεν του χορήγησε ετησίως τις δικαιούμενες άδειες αναψυχής". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται για τις επίδικες αιτίες, συνολικά το ποσό των 2611 €, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολο της, ως ουσία αβάσιμη, και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το πιο πάνω ποσό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 2001, 2002, 2003 και 2004, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών και επιδόματος αδείας και της καταβολής των αποδοχών και της αποζημίωσης αδείας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, περιορίζεται να διαλάβει στην απόφασή του μόνο ότι "δεν αποδείχθηκε ... ότι η εναγομένη δεν του χορήγησε ετησίως τις δικαιούμενες άδειες αναψυχής", ενώ παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας των πιο πάνω ετών, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε η όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ.). Η αναφορά μόνο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εναγομένη, πληρώνοντας τις άδειες στον ενάγοντα, τις υπολόγισε στο σύνολο των τακτικών αποδοχών (δηλ. συνυπολόγισε και τις αμοιβές της υπερεργασίας και της νόμιμης υπερωριακής εργασίας), πλην όμως, όπως αναφέρεται στην απόφαση, "κατέβαλε αυτές μειωμένες κατά τα ίδια ως άνω χρονικά διαστήματα, κατά το μέρος που του κατέβαλε μισθό μικρότερο του νομίμου και επομένως του οφείλει τη διαφορά", την οποία προσδιόρισε στα πιο πάνω ποσά, για τα έτη 2001 και 2004, χωρίς να αναφέρει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά, δεν καθιστά σαφή την εν λόγω παραδοχή. Εξάλλου για τα έτη 2002 και 2003 δεν γίνεται ούτε η πιο πάνω αναφορά. Από το γεγονός δε ότι ο ενάγων δεν ζήτησε μισθολογικές διαφορές για το έτος 2002 και το δεύτερο εξάμηνο του 2003 και το Εφετείο δεν ασχολήθηκε για την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για τα έτη αυτά, δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Εφετείο δεν έπρεπε να ασχοληθεί για τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας αυτής της περιόδου, αφού ο αναιρεσείων διέλαβε στην αγωγή του σχετικά κονδύλια και στην έφεσή του με ειδικό λόγο εφέσεως παραπονείτο για την απόρριψη των κονδυλίων αυτών. Επίσης το Εφετείο δεν αναφέρει πότε και πόσες ημέρες άδειας έλαβε ο ενάγων (αναφέροντας απλώς ότι δεν αποδείχθηκε ότι δεν τις έλαβε), με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό αδείας που εδικαιούτο προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιούμενων ημερών αδείας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει και του ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι "δεν αποδείχθηκε" ότι ο ενάγων δεν έλαβε την άδεια που εδικαιούτο (και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό), εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό, κατά την εξεύρεση της διαφοράς των νόμιμων μισθών του έτους αυτού, ότι εργαζόταν καθημερινώς όλους τους μήνες του έτους 2001 πραγματοποιώντας, κατά το έτος αυτό, επιπλέον και υπερεργασία και υπερωριακή εργασία. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο όμως κατά το προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος της, που φορά το κονδύλιο των αποδοχών και επιδόματος αδείας (και ως προς την πρώτη μόνο αναιρεσίβλητη εταιρεία) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 29-12-2008 (αρ. καταθ.1533/30-12-08) αίτηση του Χ για αναίρεση της 1140/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανώνυμης εταιρείας "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.".  
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πιο πάνω αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
 Δέχεται την πιο πάνω αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της κατά της ανώνυμης εταιρείας "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ".
 Αναιρεί, κατά το εις το αιτιολογικό μέρος της, την 1140/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
 Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος τούτο, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
 Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.
 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ