Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 809/2010

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:ετήσια άδεια,αποδοχές,διαλείπουσα εργασία, εκ περιτροπής εργασία,άδεια,χρονικά όρια εργασίας,, αποδοχές,άδεια ετήσια
 Νόμοι:Α.Κ.,Α.Ν. 539/1945,Ν. 1346/1983,Ν. 28/1944,Ν. 3302/2004,Ν. 435/1976,Ν. 4504/1966,Ν. 539/1945,Ν.Δ. 3755/57
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.,ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ,ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ,ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 809/2010 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
 Β2' Πολιτικό Τμήμα  
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
 
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.  
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ, ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.  

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 508/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4757/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2009 αίτησή του.  Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
 
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ". Από τα στοιχεία όμως του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η ιδιότητα αυτή της εταιρείας "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.", η οποία υπήρξε διάδικος στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, από τα στοιχεία αυτά προέκυψε ότι ο κατασκευαστικός κλάδος της αρχικής διαδίκου εναγόμενης εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." με Αρ.Μ.Α.Ε. 13555/06/Β/86/08 απορροφήθηκε [με εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ ΑΕ 14054/14-12-2007) καθώς και με την Κ2 -17791/13-12-2007 εγκριτική απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΑΕ13996/13-12-2007)], από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ", η οποία, με την ΕΜ-29136/17-12-2007 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, μετατράπηκε σε "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." (με Αρ.Μ. ΑΕ 49833/01 ΑΤ/Β/342 (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία και υπήρξε η καθολική διάδοχος του κατασκευαστικού κλάδου της αρχικής διαδίκου, σε κατασκευαστικό έργο της οποίας προσέφερε την εργασία του ο αναιρεσείων, από την οποία πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις του, ενώ αντίθετα δεν προέκυψε σχέση της τέταρτης αναιρεσίβλητης με την κρινόμενη υπόθεση. Επομένως, ως προς αυτήν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως.  Επειδή από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια και αρθρ. 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νόμιμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νόμιμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Περαιτέρω, στα άρθρα 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της πιο πάνω, κατ' εξου-σιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25 825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την ορθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερα καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπέρτερων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις Υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών μετά των προβλεπόμενων προσαυξήσεων (Ολ.ΑΠ 87/1971 ΑΠ 1221/05). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά Κυριακή επί χρόνο άνω των πέντε ωρών πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες υπό τις οποίες ακύρως εργάσθηκε κατ' αυτές ο μισθωτός. Έτσι, ειδικότερα, ο εργοδότης υποχρεούται σε απόδοση της αμοιβής, την οποία αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο όπου παρασχέθηκε η εργασία, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο της ικανότητας και των προσόντων εκείνου που παρέσχε σε αυτή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις, τις οποίες θα εδικαιούτο να λάβει εκείνος που παρέσχε την εργασία, αν συναπτόταν έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως εκ των συνοδευουσών το πρόσωπο αυτού ιδιαίτερων περιστατικών και ιδίως λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του προσληφθησομένου εγκύρως. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το αίτημα της αγωγής να επιδικασθεί στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο για την παρασχεθείσα εργασία του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 6-4-1998 μέχρι 18-7-2002 επί 4 Κυριακές τον μήνα και επί 12ωρο κάθε Κυριακή, χωρίς να του χορηγείται εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, η προβλεπόμενη από τον νόμο προσαύξηση 75%, καθώς και αποζημίωση για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης σύμφωνα με τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και αποζημίωση για την υπερωριακή απασχόληση των 4 ωρών που πραγματοποιούσε κατά τις ως άνω Κυριακές, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη την 6-4-1998 μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης Κοινοπραξίας, της οποίας μέλη ήταν η δεύτερη και η τρίτη εναγόμενες και η οποία είχε αναλάβει από την εταιρεία "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ" την εκτέλεση του έργου με την επωνυμία "Κατασκευή Σήραγγας Καλλίδρομου-Χωματουργικών Εργασιών και Λοιπών Τεχνικών Έργων για τη Νέα Σιδηροδρομική Γραμμή Τιθορέας-Λειανοκλαδίου-Τμήμα από Σ.Σ. Τιθορέας (χλμ. θ. 0+000 έως χλμ. θ 10+000)" και του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος προσλήφθηκε από την Κοινοπραξία για να εργασθεί ως βοηθός μηχανοτεχνίτη στο εργοτάξιό της κατά την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου, το οποίο περιλάμβανε την κατασκευή δύο σηράγγων μήκους εννέα (9) χιλιομέτρων η καθεμιά. Ο μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε όχι κατώτερος του προβλεπομένου από τις εκάστοτε ισχύουσες για την ειδικότητά του ΣΣΕ, σχετικά με τους όρους αμοιβής και εργασίας των πρακτικών μηχανικών, αφού ήταν κάτοχος της 33/1980 άδειας ασκήσεως επαγγέλματος πρακτικού μηχανικού Γ' κατηγορίας. Ο αναιρεσείων απασχολήθηκε στο εργοτάξιο της εργοδότριας Κοινοπραξίας από της προσλήψεώς του μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του τη 18-7-2002, εκτός από το χρονικό διάστημα Μαρτίου-Σεπτεμβρίου του έτους 1999, κατά το οποίο αποσπάσθηκε και πρόσφερε τις υπηρεσίες του αποκλειστικά στην τρίτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" στο συνεργείο αυτής στο Άγιο Στέφανο. Με βάση τις ισχύουσες εκάστοτε ΣΣΕ ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην απόφαση, κατά την πρόσληψή του σε 218.343 δρχ., από 1-7-1998 σε 231.258 δρχ., από 1-11999 σε 226.894 δρχ., από 1-7-1999 σε 230.523 δρχ., από 1-1-2000 σε 237.505 δρχ., από 1-1-2002 σε 800,23 ευρώ και από 1-7-2002 σε 817,82 ευρώ. Στη συνέχεια το Εφετείο ανέφερε ότι οι καταβαλλόμενες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβανόταν και το αντίτιμο μιας φιάλης γάλακτος ημερησίως, που εδικαιούτο σύμφωνα με τις ισχύουσες ΣΣΕ, ήταν καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα υπέρτερες των νομίμων και ότι δεν οφείλονται διαφορές αποδοχών, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει το σχετικό αίτημα της αγωγής ως ουσία αβάσιμο. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι το εργοτάξιο λειτουργούσε με του σύστημα της πενθήμερης εργασίας σε 24ωρη βάση, σε τρεις κυλιόμενες οκτάωρες βάρδιες, η πρώτη από 08:00 έως 16:00 ώρα, η δεύτερη από 16:00 έως 24:00 ώρα και η τρίτη από 24:00 έως 08:00 ώρα, ο δε αναιρεσείων εργαζόταν αποκλειστικά στην πρωινή βάρδια με το αντίστοιχο ωράριο και δεν εργαζόταν πέραν του νόμιμου ωραρίου του, εκτός μόνο σε περίπτωση έκτακτων αναγκών, όπως απουσία συναδέλφου του λόγω ασθενείας ή αδείας ούτε κατά τη διάρκεια του νόμιμου ωραρίου του πραγματοποιούσε πρόσθετη εργασία του βοηθού ηλεκτρολόγου και του ανειδίκευτου εργάτη οικοδομικών εργασιών. Επίσης, απασχολείτο μέχρι δύο Σαββατοκύριακα κάθε μήνα επί οκτάωρο. Ο εναγόμενες εταιρείες, είπε το Εφετείο, τηρούσαν μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και καρτέλες εργασίας του προσωπικού που απασχολούσαν, στις οποίες καταχωρούσαν αναλυτικά ανά μήνα για κάθε εργαζόμενο τον αριθμό των ωρών απασχόλησης αυτών σε καθημερινή βάση, τις ώρες νυκτερινής εργασίας του, τις τυχόν υπερωρίες και τις ώρες υπερεργασίας και τις καταβαλλόμενες για κάθε αιτία αποδοχές, για τις οποίες εκδίδονταν αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής. Οι εναγόμενες κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα την αναλογούσα στην εκάστοτε παρασχεθείσα εργασία του νόμιμη αμοιβή χωρίς οποιοδήποτε εκ μέρους του διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. Μάλιστα μέχρι τον μήνα Μάιο του 2001 τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε ως αμοιβή για τις πέραν του νόμιμου ωραρίου του πραγματοποιηθείσες ώρες εργασίας (όπως και των λοιπών εργαζομένων) καταχωρούνταν στις πιο πάνω καταστάσεις με τον χαρακτηρισμό αμοιβή για "υπερωρίες", ενώ από τον Ιούνιο του έτους 2001, εξ αιτίας του γεγονότος ότι στα πλαίσια της εντατικοποίησης από την Επιθεώρηση Εργασίας του τακτικού ελέγχου, με σκοπό την αποφυγή εργασίας στα εργοτάξια κατά τα Σαββατοκύριακα, η αμοιβή για την υπερωριακή αυτή απασχόληση καταγράφονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις ως "πριμ απόδοσης". Από τις εν λόγω μισθοδοτικές καταστάσεις, τις καρτέλες εργασίας και τις αποδείξεις πληρωμής προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στις περιπτώσεις που είχε εργασθεί ημέρα Κυριακή χωρίς εβδομαδιαία ανάπαυση είχε εισπράξει τις νόμιμες αποδοχές του και συγκεκριμένα το νόμιμο ποσοστό 1,75 του μισθού του, ενώ όταν επρόκειτο για εργασία την Κυριακή, για την οποία δεν είχε στερηθεί την εβδομαδιαία ανάπαυση, του είχε καταβληθεί μόνο η προσαύξηση του 75% επί πλέον του ωρομισθίου του και συνεπώς δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω στέρησης της νόμιμης εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της προσαύξησης 75% για την εργασία κατά τις Κυριακές, που δέχθηκε ότι εργαζόταν ο αναιρεσείων και της αποζημίωσης για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, καθώς και για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, αφού δεν εκθέτει ποιό ποσό εδικαιούτο και ποιό ποσό κατεβλήθη στον αναιρεσείοντα, α) για την προσαύξηση 75% για την εργασία του τις δύο Κυριακές τον μήνα που απασχολείτο, β) για την αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του για όσες Κυριακές εργάσθηκε και δεν του χορηγήθηκε αντίστοιχη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και γ) για την αμοιβή του για τα Σάββατα που εργάσθηκε, ώστε να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρ. 416 του ΑΚ. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.
 Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983 (ήδη αντικαταστάθηκε και πάλι με την παρ.1 άρθρ.1 Ν.3302/2004), για να αποκτήσει ο εργαζόμενος το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, χρειάζονται δύο βασικές προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας και η συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση, που θεωρείται βασικός χρόνος δημιουργίας του δικαιώματος ( ο βασικός χρόνος έχει μειωθεί σε δέκα μήνες με την ΕΓΣΣΕ 2002-2003 -Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ. 19/29.4.2002). Κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, "η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβολή εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεως του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε (ΑΠ 207/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων εξέθετε στην αγωγή του ότι αν και εργαζόταν συνεχώς κατά το χρονικό διάστημα από 6-4-1998 έως 18-7-2002 από Δευτέρα έως Σάββατο, δηλαδή με το σύστημα εργασίας έξι ημερών την εβδομάδα, έχοντας προϋπηρεσία 23 ετών, οι εναγόμενες εταιρείες δεν του χορήγησαν την ετήσια άδεια αναπαύσεως, παρά το γεγονός ότι την ζήτησε ούτε του κατέβαλαν τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας που εδικαιούτο κατά τον νόμο και ζητούσε τις διαφορές των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας των ετών 1999-2002 και συγκεκριμένα αποδοχές αδείας 30 εργάσιμων ημερών και το ήμισυ αυτών για επίδομα αδείας, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας κάθε έτους, με προσαύξηση 100% ως αποζημίωση για στέρηση της αδείας από υπαιτιότητά τους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από τις προαναφερθείσες μισθοδοτικές καταστάσεις, καρτέλες εργασίας και αποδείξεις πληρωμής προκύπτει ότι "δεν οφείλεται αποζημίωση....για διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας, τις οποίες όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι έλαβε". Έτσι, που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού ουδόλως αναφέρεται εάν και πότε χορηγήθηκε η ετήσια άδεια κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και σε αρνητική περίπτωση αν οφείλεται προσαύξηση 100% ούτε το δικαιούμενο ποσό αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας και εκείνο που καταβλήθηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν και εκείνης του άρθρ. 416 του ΑΚ περί αποσβέσεως της αξιώσεως με καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατ' αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).  

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 1-10-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 4757/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανώνυμης εταιρείας "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ".  
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πιο πάνω αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.  Δέχεται την ως άνω αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.  
Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 4757/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.  
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.  
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.  
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και  
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Μαίου 2010.   

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ