Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 930/2006

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:ημερήσιο ωράριο, εβδομαδιαίο ωράριο,διευθυντικά στελέχη,υπερωρίες, ωρομίσθιο
 Νόμοι:Α.Ν. 301/1968,Ν. 2269/1920,Ν. 301/1968,Ν. 435/1976
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 930/2006



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.



ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:



Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε. (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.



Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3599/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2657/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/3/2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 31/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ



Ο Ειδικός Κανονισμός Ωρών Εργασίας του Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Ε.Κ.Ω.Ε.Π./Ο.Τ.Ε.), ο οποίος κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του α.ν. 301/1968, βάσει διαμορφωθέντος υπό το κράτος των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων 1952 και 1968 συμπληρωματικού συνταγματικού εθίμου, εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Τ.Ε. κατά την 1201/6-8-1971 συνεδρίασή του και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 717/4-9-1972 τ. Β΄), επέχει ισχύ ουσιαστικού νόμου και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 1 παρ. 2 αυτού στο μόνιμο ή δόκιμο και έκτακτο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., καθορίζει δε αναλυτικά στο άρθρο 5 τη διάρκεια της εργασίας του προσωπικού. ΄Ετσι η παρ. 1 αυτού ορίζει : «Αι ώραι εργασίας του προσωπικού κατά πλήρη εργάσιμον εβδομάδα ορίζονται εις : α) τεσσαράκοντα μίαν δια την χειμερινήν περίοδον, ήτοι από 16/10 μέχρι 15/5, και β) τριάκοντα οκτώ δια την θερινήν περίοδον, ήτοι 16/5 μέχρι 15/10, η δε παρ. 2α αυτού «κατ΄ εξαίρεσιν αι ώραι εργασίας προσωπικού κατά πλήρως εργάσιμον εβδομάδα ορίζονται εις α) τριάκοντα έξ (36) δια το προσωπικόν που απασχολείται εις τα τηλεγραφικάς μηχανάς, τα χειριστρίας εκμεταλλεύσεως, καθώς και το προσωπικόν το απασχολούμενον εις τον χειρισμόν των διατρητικών και επαληθευτικών μηχανών του μηχανογραφικού κέντρου». Περαιτέρω η παρ. 9 αυτού ορίζει : «η εν των παρόντι άρθρω καθοριζομένη κατά περίπτωση διάρκεια εβδομαδιαίας ή ημερησίας εργασίας (ωραρίου εργασίας) του προσωπικού δύναται να μεταβάλλεται κατά την κρίσιν του Διοικητού εντός των πλαισίων της εργατικής νομοθεσίας, ισχυόντων των εν παραγράφω 3 του άρθρου 1 οριζομένων». Η τελευταία διάταξη (άρθρ. 1 παρ. 3) ορίζει : «Ο δια των διατάξεων του παρόντος κανονισμού καθορισμός της διάρκειας της παρεχομένης εργασίας υπό του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. εις όρια ελάσσονα των υπό της κειμένης νομοθεσίας εκάστοτε οριζομένων, ως και ο καθορισμός της διάρκειας της παρεχομένης εργασίας υπό του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. εις όρια ελάσσονα των υπό της κειμένης νομοθεσίας εκάστοτε οριζομένων, ως και ο καθορισμός των λοιπών ορίων παροχής εργασίας του προσωπικού, εν ουδεμία περιπτώσει συνιστούν κεκτημένα δικαιώματα του προσωπικού, επιφυλασσομένου εις την διοίκησιν του Ο.Τ.Ε. του δικαιώματος επαυξήσεως της διαρκείας της εργασίας και μεταβολής των λοιπών όρων παροχής ταύτης, εντός των πλαισίων της κειμένης νομοθεσίας, τούτων μη δυναμένων να θεωρηθώσιν υπό του προσωπικού ως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας». Περαιτέρω κατά το άρθρο 10 αυτού «η εργασία του προσωπικού που απασχολείται κατά συνεχές ωράριο στις αναφερόμενες σε αυτός εργασίες διακόπτεται ενδιάμεσα προς ανάπαυσή του για συνεχή απασχόληση : α) …. β) …. γ) 6 ωρών και πάνω επί δύο 30λεπτα». Εξάλλου, η παρ. 11 του άρθρου 13 του επίσης ισχύ νόμου επέχοντος από 9.9.1969 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ορίζει : «Εις προσωπικόν, πλην του ανωτέρου και ανωτάτου, παρέχον μετ΄ έγκρισιν του Ο.Τ.Ε. υπηρεσίαν καθ΄ υπέρβασιν του κατά τον Ειδικόν Κανονισμόν Εργασίας καθοριζομένου ωραρίου εργασίας (υπερωρίαι) χορηγείται αποζημίωσις ίση προς την υπό της κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένην δια την καθ΄ υπερωρίαν εργασίαν». Τέλος, δοθέντος ότι ο Ο.Τ.Ε. αποτελεί βιομηχανική επιχείρηση, ανήκουσα στο δημόσιο τομέα, που ως σκοπό έχει την εκμετάλλευση των πάσης φύσεως τηλεπικοινωνιών ενσυρμάτων και ασυρμάτων, εσωτερικού και εξωτερικού, χάριν εξυπηρέτησης του κοινού, το νόμιμο ωράριο για το προσωπικό του, σύμφωνα με τα άρθρα 2 του ν. 2269/1920 «περί κυρώσεως της συμβάσεως της Διεθνούς Συνδιασκέψεως εργασίας της Ουάσιγκτον» και 2 του Π.Δ. της 27.6/4.7.1932 «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οκταώρου εργασίας διατάξεων», είναι 8ωρο ημερησίως και 48ωρο εβδομαδιαίως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι τα με βάση τον Ειδικό Κανονισμό Ωρών Εργασίας του προσωπικού ΟΤΕ καθοριζόμενα με αποφάσεις του Διοικητή του Ο.Τ.Ε. ευνοϊκότερα χρονικά όρια εργασίας για το προσωπικό αυτού δεν συνιστούν νόμιμα ανώτατα χρονικά όρια εργασίας, ώστε η πέρα από αυτά εργασία να είναι παράνομη υπερωριακή, αλλ΄ αποτελούν (εφόσον έγιναν αποδεκτά από το προσωπικό, έστω και σιωπηρώς με την εφαρμογή τους) συμβατικά χρονικά όρια, τα οποία ισχύουν, εφόσον δεν καταργηθούν από τη διοίκηση του ΟΤΕ (κατά το ρητώς επιφυλαχθέν σε αυτήν με τον ως άνω κανονισμό δικαίωμα), και η πέρα από τα οποία και μέχρι τα νόμιμα ανώτατα όρια απασχόληση αμείβεται, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 11 του Γ.Κ.Π./ΟΤΕ, με την αμοιβή της νόμιμης υπερωριακής εργασίας κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 435/1976. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι την 14-11-1984 είχε προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στο διοικητικό προσωπικό εκμεταλλεύσεως, κατέχει δε το βαθμό ΤΠ1/ΕΡ. Την 10-3-1992 τοποθετήθηκε στον τομέα μηχανογράφησης της Υποδιεύθυνσης Εκδόσεως Καταλόγων, απασχολούμενος αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο με το χειρισμό των διατρητικών μηχανών τερματικών σταθμών συστήματος εισαγωγής πρωτογενούς επεξεργασία στοιχείων (οθόνες με σύστημα PERTEC). Η εργασία αυτή συνίστατο στην καταχώρηση στοιχείων των συνδρομητών για να καταχωρηθούν στους τηλεφωνικούς καταλόγους ή να διορθωθούν (εισαγωγή πρωτογενών στοιχείων) και εκτελείτο σε μία ενιαία αίθουσα με 10 Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές, τύπου UNIVAC 90/40 σε δύο εναλλασσόμενες βάρδιες, πρωϊνή και απογευματινή. Οι συνθήκες της εργασίας αυτής είχαν κριθεί από τη Διοίκηση της αναιρεσίβλητης ότι είναι ίδιες με εκείνες που επικρατούν στους χώρους εργασίας των διατρητικών και επαληθευτικών του Μηχανογραφικού Κέντρου Διεύθυνσης Μηχανογράφησης. Εξ αιτίας των δυσμενών αυτών συνθηκών εργασίας στο προσωπικό του Τομέα Μηχανογράφησης της Υποδ/νσης Εκδόσεως Καταλόγων που απασχολείτο κατά πλήρες ωράριο με το χειρισμό των διατρητικών μηχανών και την εισαγωγή πρωτογενών στοιχείων για τη σύνταξη και διόρθωση των τηλεφωνικών καταλόγων είχε, με βάση την 401.21/Δ 179/26-2-1982 απόφαση της Διοίκησης, επεκταθεί το μειωμένο ωράριο των 36 ωρών εβδομαδιαίως ή 7 ωρών και 12΄ λεπτών ημερησίως στην εβδομάδα των πέντε ημερών, καθώς και τρεις ενδιάμεσες αναπαύσεις ημερησίως των τριάντα λεπτών εκάστη. Το μειωμένο αυτό ωράριο και οι ενδιάμεσες αναπαύσεις εχορηγούντο έκτοτε, ανεξάρτητα από τις γενόμενες βελτιώσεις των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών με τους οποίους εκτελείτο η εργασία. Το Μάρτιο 1992 η αναιρεσίβλητη προμηθεύτηκε και τοποθέτησε ισχυρότερους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές, τύπου UNIVAC 6000/70, χωρίς όμως να επέλθει βελτίωση των δυσμενών συνθηκών εργασίας. Μετά την τοποθέτηση των τελευταίων αυτών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, ο τότε προϊστάμενος του αναιρεσείοντος, ενεργώντας αυθαίρετα και χωρίς να τροποποιηθεί η ανωτέρω 401.21/Δ 179/25-2-1982 απόφαση, περιέκοψε το μειωμένο ωράριο και τις ενδιάμεσες αναπαύσεις του προσωπικού του Τομέα Μηχανογράφησης, υποχρεώνοντας το προσωπικό αυτό να εργάζεται επί 7 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως, χωρίς να χορηγούνται σ΄ αυτό οι μέχρι τότε δικαιούμενες και λαμβανόμενες τρεις ημίωρες ενδιάμεσες αναπαύσεις. Η κατά τα άνω παράνομη αύξηση του ωραρίου, που συνίσταται σε δύο ώρες ημερησίως, διήρκεσε από 20-3-1992 μέχρι 20-12-1993. Μετά τις διαμαρτυρίες των εργαζομένων για την παράνομη και αυθαίρετη ως άνω ενέργεια του προϊσταμένου τους συνεστήθη επιτροπή, η οποία αποφάνθηκε ότι τόσο το είδος και οι συνθήκες εργασίας όσο και ο χρόνος απασχόλησης προσομοιάζουν με την προηγούμενη εργασία και δεν έπρεπε να μεταβληθεί το μειωμένο ωράριο εργασίας. 

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 401/21/2013/8-12-1993 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης, με την οποία επανήλθε από 20-12-1993 το προ της 10-3-1992 μειωμένο ωράριο. Από την παράνομη και αυθαίρετη συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, που συνίσταται στην αύξηση του ημερήσιου ωραρίου εργασίας του ενάγοντος από 7 ώρες και 12΄ λεπτά σε επτά (7) ώρες και σαράντα δύο (42΄) λεπτά, ήτοι κατά τριάντα λεπτά της ώρας ημερησίως και στην περικοπή των τριών ενδιάμεσων αναπαύσεων των τριάντα (30΄) λεπτών εκάστης, προκύπτει ότι υποχρέωνε αυτόν (ενάγοντα) να απασχολείται επί δύο (2) ώρες ημερησίως πέραν του υπό του κανονισμού Ωρών Εργασίας Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (Κ.Ω.Ε.Π. – Ο.Τ.Ε.). Με βάση τα εκτιθέμενα αυτά περιστατικά και μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματός του ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 1.649.820 δραχμές, με το νόμιμο τόκο, ως αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά το διάστημα από 20-3-1992 μέχρι 20-12-1993. Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζομένη στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικές διατάξεις. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την άνω αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο μέρος τους από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, αναιρεθεί η απόφαση, παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ



Αναιρεί την 2657/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.



Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.



Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.



Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ