Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 468/2012

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:απεργία,συνδικαλισμός, ασφαλιστικών συμφερόντων,στάσεις εργασίας,,ορισμένου χρόνου σύμβαση,σύμβαση εργασίας,επιθεώρηση εργασίας,διαβούλευση,εκ περιτροπής απασχόληση,καταγγελία σύμβασης,μερική απασχόληση
 Νόμοι:Α.Κ.,Ν. 1264/1982,Ν. 1876/1990,Ν. 1892/1990,Ν. 1899/2010,Ν. 1992/1990,Ν. 2639/1998,Ν. 3846/2010
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ,ΕΝΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ,ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ,ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ,ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΕ

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 468 /2012 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λεβέντη. 
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως εργαζομένων με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως εργαζομένων με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως εργαζομένων με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Μαυραγάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4305/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 799/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-6-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 24-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. 
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 23 παρ. 2 του ισχύοντος συντάγματος, η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων, κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 1264/1982 η απεργία αποτελεί δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις: α) ως μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών εργασιακών συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για τους αυτούς σκοπούς και β) ως εκδήλωση αλληλεγγύης εργαζομένων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων που εξαρτώνται από πολυεθνικές εταιρείες προς εργαζομένους σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή στην έδρα της ίδιας πολυεθνικής εταιρείας, και εφόσον η έκβαση της απεργίας των τελευταίων θα έχει άμεσες επιπτώσεις στα οικονομικά ή εργασιακά συμφέροντα των πρώτων. Από το συνδυασμών των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η απεργία, δηλαδή η συμφωνημένη συλλογική διακοπή της εργασίας των μισθωτών, είτε ορισμένου επαγγελματικού κλάδου, είτε ορισμένης επιχείρησης ή τμήματος αυτής, αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συνεστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων. Η άσκηση, ωστόσο, του δικαιώματος αυτού δεν είναι ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς τόσο του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, κατά την οποία δεν επιτρέπεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, όσο και του άρθρου 281 Α.Κ. Έτσι, το δικαστήριο, εκτός από τη συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος ότι πρέπει να τηρηθούν για τη νομότυπη άσκηση του δικαιώματος αυτού, ελέγχει και αν το ως άνω δικαίωμα έχει ασκηθεί κατά τρόπο που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κρίσιμα στοιχεία για τη διαπίστωση της υπέρβασης των ορίων αυτών, η οποία καθιστά την απεργία καταχρηστική, είναι μεταξύ άλλων η στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των απεργών και του εργοδότη, το μέγεθος των ζημιογόνων συνεπειών, τις οποίες προκαλεί στον εργοδότη και το κοινωνικό σύνολο σε συνδυασμό με τη μορφή και τη διάρκεια της, η έκταση της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και η προφανής ή μη δυσαναλογία μεταξύ της ζημίας της επιχείρησης και της αναμενόμενης ωφέλειας των απεργών. Το δικαίωμα της απεργίας στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστικό από μόνο το γεγονός ότι το σχετικό αίτημα συνιστά και νομική διαφορά, η οποία μπορεί να αχθεί στα αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση της, αφού στην περίπτωση αυτή θα περιοριζόταν δραστικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της απεργίας. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο εργοδότης επιβάλλει το προβλεπόμενο από το νόμο (άρθρο 38 του ν. 1892/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998) σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας στο σύνολο σχεδόν των εργαζομένων, η κήρυξη απεργίας με αίτημα την άμεση ανάκληση των αποφάσεων του εργοδότη για εκ περιτροπή εργασίας, προκειμένου να υπάρξει προηγουμένως ουσιαστική ενημέρωση και διαβούλευση με τους νομίμους εκπροσώπους των εργαζομένων δεν είναι παράνομη εκ μόνου του λόγου ότι η εν λόγω συλλογική διαφορά είναι συγχρόνως και νομική, δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να προσφύγουν στο δικαστήριο για επίλυση της εν λόγω διαφοράς, αφού το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη νομιμότητα του απεργιακού αιτήματος, από τη στιγμή που ανοίγουν ή μπορούν να ανοίξουν συλλογικές διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση με ΣΣΕ ζητημάτων σχετικά με την άσκηση επιχειρηματικής πολιτικής στο μέτρο που αυτή επηρεάζει άμεσα τις εργασιακές σχέσεις (άρθρα 2 παρ. 4 και 4 παρ. 6 του ν. 1876/1990). 
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Οι αναιρεσείουσες εταιρείες, ήτοι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Α.Ε." και η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", έχουν την έδρα στη Θεσσαλονίκη, όπου ασκούν επιχειρήσεις μέσων μαζικής ενημέρωσης. Αυτές συγκροτούν τον όμιλο με το διακριτικό τίτλο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" και εκδίδουν στη Θεσσαλονίκη, η πρώτη την ημερήσια εφημερίδα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", την Κυριακάτικη εφημερίδα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ" και την εβδομαδιαία εφημερίδα "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ", με τα ένθετα αυτών περιοδικά, και η δεύτερη την ημερήσια αθλητική εφημερίδα "ΣΠΟΡ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ", με το ένθετο περιοδικό της. Οι αναιρεσίβλητες είναι πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις μέλη οποίων αποτελούν οι εργαζόμενοι στον όμιλο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" δημοσιογράφοι, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό. Αυτές αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω μείωσης της πώλησης των εντύπων τους, ενώ κατά το έτος 2010 τα προβλήματα αυτά επιδεινώθηκαν. Για το λόγο αυτό απηύθυναν πρόσκληση στους εκπροσώπους των εργαζομένων των επιχειρήσεων τους προκειμένου να προβούν σε διαβούλευση σχετικά με την επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της εργοδοσίας και των εργαζομένων διεξήχθησαν κατά χρονικό διάστημα από 12 έως 20-7-2010, πλην όμως δεν είχαν αποτέλεσμα και διακόπηκαν. Στις 24-1-2011 ξεκίνησε νέος κύκλος διαπραγματεύσεων μεταξύ των εκπροσώπων των εργοδοτριών και των εκπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες δεν επέφεραν και πάλι αποτελέσματα. Για το λόγο αυτό οι αναιρεσείουσες, ενόψει της αποτυχίας της διαβούλευσης και με το χρόνο να τις πιέζει αφόρητα λόγω οικονομικής ζημίας που υφίσταντο, αποφάσισαν στις 9-2-2011 να επιβάλλουν το μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας, με χρονική διάρκεια εννέα (9) μήνες, ενημερώνοντας σχετικά για τις λεπτομέρειες τους εργαζομένους τους, όσον αφορά την περικοπή των ημερών εργασίας τους, καθώς και το πρόγραμμα περιορισμού του κύκλου των εργασιών των επιχειρήσεων τους. Ως απάντηση του παραπάνω μέτρου οι αναιρεσίβλητες πρωτoβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων στον όμιλο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" κήρυξαν και πραγματοποίησαν 48ωρη απεργία στις 11 και 12-2-2011, ενώ στη συνέχεια προέβησαν σε νέες 48ωρες απεργίες στις 14 και 15-2-2011 και στις 16 και 17-2-2011 αντίστοιχα. 'Ήδη με την από 16-2-2011 εξώδικη γνωστοποίηση την οποία επέδωσαν στις αναιρεσείουσες στις 17-2-2011, γνωστοποίησαν σ' αυτές ότι τα Διοικητικά Συμβούλια των οργανώσεών τους, αφού εξουσιοδοτήθηκαν προς τούτο από τις Γενικές Συνελεύσεις των μελών τους, αποφάσισαν: α) την κήρυξη 48ωρης απεργίας του προσωπικού που εργάζεται στις εφημερίδες "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", "ΣΠΟΡ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ" και στα ένθετα περιοδικά τους, ήτοι του δημοσιογραφικού, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού τους, η οποία θα αρχίσει στις 08.00 της 19ης Ιανουαρίου 2011 και θα λήξει στις 08.00 της 20ης Ιανουαρίου 2011, και β) την κήρυξη δύο 24ωρων απεργιών του δημοσιογραφικού προσωπικού που εργάζεται στην εφημερίδα "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ", οι οποίες θα αρχίσουν, η πρώτη στις 08.00 της 18ης Ιανουαρίου 2011 και θα λήξει στις 08.00 της 19ης Ιανουαρίου 2011 και η δεύτερη και. στις 08.00 της 20ης Ιανουαρίου 2011 και θα λήξει στις 08.00 της 21 ης Ιανουαρίου 2011, με αιτήματα: 1) την άμεση ανάκληση των αποφάσεων που αφορούν την επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, προκειμένου να υπάρξει προηγουμένως ουσιαστική ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, που θα κατατείνει στην κατάρτιση ενός δραστικού σχεδίου ανάπτυξης της επιχείρησης και 2) την πιστή και απαρέγκλιτη τήρηση των διατάξεων των ΣΣΕ που αφορούν υπερεργασιακή, υπερωριακή, νυχτερινή εργασία και εργασία Σαββάτου, καθώς και το επίδομα αναπλήρωσης συναδέλφου τους ... . Η επίδικη απεργία κηρύχθηκε νομότυπα αφού πληρούνται οι προϋποθέσεις τόσο του άρθρου 20 του ν. 1264/1982, όσο και του άρθρου 21 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, όσον αφορά τα αιτήματα της επίδικης απεργίας, τα οποία χαρακτηρίζουν το νόμιμο ή παράνομο της κήρυξής της, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Με το πρώτο αίτημά τους οι εργαζόμενοι ζητούν την άμεση ανάκληση του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας. Πρόκειται δηλαδή για αίτημα που αντικείμενο έχει την επίλυση νομικών διαφορών. Το μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας, η ανάκληση του οποίου αποτελεί το κύριο αίτημα της απεργιακής κινητοποίησης των εργαζομένων, προβλέπεται από το άρθρο 38 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και ήδη, με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010. Σύμφωνα, δε με την παρ. 3 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990, όπως ισχύει πλέον από 11.5.2010 μετά το ν. 3846/2010, επιτρέπεται η εισαγωγή από τον εργοδότη (μονομερώς, είτε συμφωνούν είτε διαφωνούν οι εργαζόμενοι) κάθε μορφής εκ περιτροπής απασχόλησης, υπό τις εξής δύο προϋποθέσεις που πρέπει αθροιστικά να συντρέχουν: α) τον περιορισμό των δραστηριοτήτων της επιχείρησης (ουσιαστική προϋπόθεση) και β) την προηγούμενη ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση του εργοδότη με τους εργαζομένους (τυπική προϋπόθεση). Εφόσον συντρέξουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, μπορεί ο εργοδότης να εκδώσει απόφαση για εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης, Με την παραπάνω διάταξη δίδεται η δυνατότητα του εργοδότη, στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, εφόσον τηρήσει την προδιαγραφόμενη στο νόμο διαδικασία, να επιβάλει για περιορισμένο χρονικό διάστημα (μέχρι 9 μήνες για κάθε ημερολογιακό έτος), εκ περιτροπής απασχόληση στο προσωπικό της επιχείρησής του. Το διευθυντικό δικαίωμα του επιχειρηματία-εργοδότη εντάσσεται στα πλαίσια της συνταγματικά κατοχυρωμένης, α) οικονομικής και επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.), καθώς και β) της επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένης, από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, ιδιοκτησίας του εργοδότη (άρθρο 17 Συντάγματος, ως και διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ). Το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη παρέχει σ' αυτόν την εξουσία να διευθύνει και οργανώνει την επιχείρησή του, να αποφασίζει για την οργανωτική της δομή και διάρθρωση, να συνιστά τμήματα, εκμεταλλεύσεις, να καταργεί τμήματα ή εκμεταλλεύσεις, να μεταφέρει την επιχείρηση ή τμήμα της σε άλλο τόπο, να επιλέγει τα μέσα για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού, δηλ. να αποφασίζει για τη νομική μορφή της επιχειρήσεως, για τη συνένωση, διάσπαση, μεταβίβαση ή συγχώνευση της επιχείρησης με άλλη, για τη μεταβίβαση μέρους ή του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της, για τον εξοπλισμό, τις επενδύσεις, την εξεύρεση κεφαλαίων, να αποφασίζει για το είδος, τις μεθόδους παραγωγής καθώς και την ποσότητα των παραγομένων αγαθών ή υπηρεσιών, να επιλέγει, προσλαμβάνει και τοποθετεί το προσωπικό, ιδιαίτερα τους προϊσταμένους τμημάτων, καταστημάτων ή μονάδων, καθώς και να καθορίζει τον τρόπο, χρόνο, τόπο και τις συνθήκες παροχής εργασίας και γενικά τους όρους εργασίας. Το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη πρέπει βέβαια να ασκείται σύμφωνα με το νόμο και επί πλέον πρέπει να μην ασκείται καταχρηστικά, η δε αμφισβήτηση της νομιμότητας συγκεκριμένης πράξης με την οποία ο εργοδότης ασκεί το διευθυντικό του δικαίωμα προς ορισμένη κατεύθυνση δεν συνιστά, κατ' αρχήν, συλλογική διαφορά αλλά νομική διαφορά η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο αίτημα απεργίας. Στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί νόμιμο αίτημα απεργίας ο περιορισμός των εξουσιών του εργοδότη που προκύπτουν από το διευθυντικό δικαίωμα, εφόσον αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά, καθίσταται όμως νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας στην περίπτωση που η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε να ασκείται καταχρηστικά και παράλληλα με την άσκησή του να πλήττεται το σύνολο των εργαζόμενων της επιχείρησης. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή υπερισχύει η συλλογικότητα της διαφοράς της νομικής της φύσης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που ο εργοδότης, προκειμένου να ανταπεξέλθει οικονομικά, κατά την άσκηση του εργοδοτικού του δικαιώματος, παραβιάζει συστηματικά την ισχύουσα ΣΣΕ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εργοδότριες άσκησαν εξουσία την οποία ο νόμος (άρθρο 33 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και ήδη, με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010) προσέθεσε στη δέσμη εξουσιών του διευθυντικού τους δικαιώματος ως εργοδοτριών. Υφίσταται δε περιορισμός των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεών τους. Επί πλέον, τήρησαν τη νόμιμη διαδικασία ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους τους πριν επιβάλουν το μέτρο της εκ περιτροπής απασχόλησης. Άλλωστε, μεταξύ των διαδίκων έλαβαν χώρα διαβουλεύσεις, οι οποίες δεν κατέληξαν σε συμφωνία, Ωστόσο ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση τη συμφωνία των μερών για την εισαγωγή της εκ περιτροπής εργασίας, αλλά αρκείται στην ενημέρωση των εργαζομένων και στην πραγματοποίηση διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους τους. Περαιτέρω, αντικείμενο της απεργίας είναι η επίλυση συλλογικών διαφορών κα όχι νομικών διαφορών, δηλαδή όχι διαφορών σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή ισχυόντων κανόνων δικαίου. Και τούτο διότι η επίλυση των νομικών διαφορών ανήκει στη δικαστική εξουσία (άρθρο 94 του Συντάγματος) και δεν είναι δυνατό με την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας να επιδιώκεται αυτοδύναμη ικανοποίηση των αξιώσεων των εργαζομένων. Για το λόγο αυτό τα αιτήματα της απεργίας δεν μπορεί να αναφέρονται σε επίλυση νομικών διαφορών. Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπεται η προσφυγή στην απεργία όταν είναι δυνατή η επίλυση μιας διαφοράς μέσω της δικαστικής οδού. Τέτοιες νομικές διαφορές που δεν μπορεί να αποτελέσουν νόμιμα αιτήματα απεργίας είναι και οι διαφορές που δημιουργούνται από ενέργειες του εργοδότη που θίγουν δικαιώματα των εργαζομένων που προκύπτουν από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, από τον κανονισμό ή από το νόμο, όπως π.χ. η κατά παράβαση της σύμβασης μη αποδοχή εκ μέρους του εργοδότη της εργασίας του μισθωτού, η μονομερής βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων εργασίας, και η κατά κατ' εφαρμογή του νόμου εισαγωγή εκ περιτροπής εργασίας. Εφόσον όμως η νομική διαφορά έχει συλλογική έκταση, δηλαδή αφορά περισσότερους ή και όλους τους εργαζομένους της επιχείρησης και η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη που δημιουργεί τη διαφορά αυτήν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ ώστε να ασκείται καταχρηστικά, καθίσταται νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας με την οποία ζητείται η επίλυσή της. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή υπερισχύει η συλλογικότητα της διαφοράς της νομικής της φύσης. Όπως δε αποδεικνύεται από το από 7-2-2011 έγγραφό τους, οι αναιρεσείουσες εργοδότριες συνεκτιμώντας την εύρυθμη λειτουργία των επί μέρους τμημάτων των επιχειρήσεών τους, την κατά το δυνατόν ελαχιστοποίηση της επίπτωσης στις μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων και τις οικονομικές δυνατότητές τους, πρότειναν προς τις αναιρεσίβλητες και στη συνέχεια εισήγαγαν και έθεσαν σε εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 1992/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και ήδη, με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010, σύστημα εκ περιτροπής εργασίας των εργαζομένων τους. Σύμφωνα δε με αυτό η πρώτη των αναιρεσειόντων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Α.Ε." περιόρισε την εργασία των εργαζομένων: α) στα τμήματα εισπράξεων, λογιστηρίου, αρχείου, υποδοχής, διαφήμισης, γραμματείας πωλήσεων, μικρών αγγελιών και υποδοχής, εργοστασίου πιεστηρίου, γραμματείας συντακτών, συντακτών των εφημερίδων "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" και "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ" και σελιδοποίησης, εναλλάξ ανά εβδομάδα, 4 ημέρες τη μία εβδομάδα και 3 ημέρες την επομένη, β), στα τμήματα ταμείου, πωλήσεων, περιοδικών, scanner, αρχισυνταξίας της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 4 ημέρες την εβδομάδα, γ) στο τμήμα lnternet 5 ημέρες εβδομάδα παρά εβδομάδα, δ) στο γραφείο Αθηνών και στο τμήμα ένθεσης και πιεστηρίου 2 ημέρες την εβδομάδα, ε) στο τμήμα αθλητικών συντακτών των εφημερίδων (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" και ((ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ" εναλλάξ ανά εβδομάδα, 3 ημέρες τη μία εβδομάδα και 2 ημέρες την επομένη, στ) φωτογράφος και συντάκτες της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 3 ημέρες την εβδομάδα, ζ) ανταποκριτής 1 ημέρα την εβδομάδα και η) στο τμήμα αθλητικών συντακτών της εφημερίδας "ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 2 ημέρες την εβδομάδα (εκ των οποίων η μία Κυριακή), ενώ η δεύτερη εφεσίβλητη μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." περιόρισε την εργασία όλων των εργαζομένων της σε 4 ημέρες την εβδομάδα. Παράλληλα, και οι δύο εκδοτικές εταιρείες συμφώνησαν με τα διευθυντικά τους στελέχη: α) Ι. Μ., Ν. Τ., Μ. Α. και Φ. Χ. μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους κατά 30% και β) Κ. Β., Ν. Κ., Σ. Σ., Δ. Χ. και Β. Π. μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους κατά 20%. Με το αίτημα αυτό επιδιώκεται λύση νομικής διαφοράς, για την επίλυση της οποίας κατ' αρχήν είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια. Η εφαρμογή όμως της εκ περιτροπής εργασίας εν προκειμένω αφορά όλους τους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις των αναιρεσειόντων, ώστε καθιστά τη νομική διαφορά των διαδίκων συλλογική. Με το δεύτερο αίτημα των απεργιακών τους κινητοποιήσεων οι εργαζόμενοι ζητούν την τήρηση των όρων της ισχύουσας ΣΣΕ για την υπερεργασία, την υπερωρία, την νυχτερινή εργασία και την εργασία του Σαββάτου, καθώς και για το επίδομα αναπλήρωσης συντάκτη κατά την άδεια αναψυχής. Και με το αίτημα αυτό επιδιώκεται λύση νομικής διαφοράς, για την επίλυση της οποίας κατ' αρχήν είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, ενώ οι εφεσίβλητες στα πλαίσια της άσκησης της επιχειρησιακής τους πολιτικής είχαν τη δυνατότητα κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 24 του ν. 1899/2010, να ρυθμίσουν με ειδική επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που θα κατάρτιζαν με τις αναιρεσίβλητες, τα ανωτέρω θέματα προς το συμφέρον τόσο της εργοδοσίας όσο και των εργαζομένων, εν τούτοις εκμεταλλευόμενες τη θέση ισχύος τους και ενεργώντας κατά παράβαση των κανόνων του εργατικού δικαίου, χωρίς να ρυθμίσουν τα επί μέρους θέματα με ειδική επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, αρνήθηκαν να εφαρμόσουν την ισχύουσα ΣΣΕ για την υπερεργασία, την υπερωρία, την νυχτερινή εργασία και την εργασία του Σαββάτου, καθώς και για το επίδομα αναπλήρωσης συντάκτη κατά την άδεια αναψυχής. Η μη εφαρμογή της ισχύουσας ΣΣΕ καθόσον αφορά τις αμοιβές των εργαζομένων που πραγματοποιούν υπερεργασία, υπερωρία, νυχτερινή εργασία και εργασία Σαββάτου και αναπληρώνουν το συντάκτη κατά την άδεια αναψυχής του, αφορούν όλους τους εργαζομένους, πλην της αναπλήρωσης που αφορά μόνον τους συντάκτες, ώστε καθιστούν τη νομική διαφορά των διαδίκων συλλογική. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι με την εφαρμογή από τις αναιρεσείουσες του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας με τον τρόπο που εφαρμόζεται σε συνδυασμό με τη μη εφαρμογή της ισχύουσας ΣΕΕ για την αμοιβή των εργαζομένων που πραγματοποιούν υπερεργασία, υπερωρία, νυχτερινή εργασία και εργασία του Σαββάτου, καθώς και για το επίδομα αναπλήρωσης συντάκτη κατά την άδεια αναψυχής, οι εργαζόμενοι υπέστησαν μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους σε ποσοστό από 20% ως και 60%. Με τον τρόπο δε αυτόν μετακυλίσθηκε από την εργοδοσία η αντιμετώπιση της οικονομικής ζημίας των επιχειρήσεών της, για την επέλευση της οποίας κυρίως ευθύνεται η ίδια και οι επιλογές των οργάνων της που ασκούν το διευθυντικό της δικαίωμα, στους εργαζομένους οι οποίοι με την κατάσταση που δημιουργήθηκε, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν τα έξοδα επιβίωσης της οικογένειάς τους. Η συμπεριφορά όμως αυτή των εφεσίβλητων - εργοδοτριών προς τους εργαζομένους των επιχειρήσεών τους μελών των εκκαλουσών συνδικαλιστικών οργανώσεων, στα πλαίσια του διευθυντικού αλλά και εν γένει του εργοδοτικού δικαιώματος και ειδικότερα της εξουσίας τους να διευθύνουν και να οργανώνουν τις επιχειρήσεις τους κατά τη βούλησή τους, με την οποία επέβαλαν σ' αυτούς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αρνήθηκαν την εφαρμογή της ισχύουσας Σ.Σ.Ε. ως προς την αμοιβή των εργαζομένων που πραγματοποιούν υπερεργασία, υπερωρία, νυχτερινή εργασία και εργασία του Σαββάτου, καθώς και για το επίδομα αναπλήρωσης συντάκτη κατά την άδεια αναψυχής, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να υποστούν μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους σε ποσοστό από 20% ως και 60%, ανεξάρτητα από την αναποτελεσματική διαβούλευση που προηγήθηκε, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ιδία ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματός τους. Και τούτο διότι από την προηγηθείσα ανωτέρω συμπεριφορά των εργοδοτριών ως δικαιούχων του εργοδοτικού δικαιώματος και την εξ αιτίας αυτής πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, κατέστη μη ανεκτή η άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Συνακόλουθα, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι το σημαντικότερο κριτήριο της νομιμότητας της απεργίας αποτελεί η συλλογικότητα των αιτημάτων της, η οποία, σε συνδυασμό με την κατά κατάχρηση του εργοδοτικού δικαιώματος αδικοπραξία του εργοδότη, καθιστά την κήρυξη της απεργίας νόμιμη, έστω και αν, όπως εν προκειμένω, τα αιτήματά της αποτελούν για κάθε εργαζόμενο ατομική νομική διαφορά που μπορεί να επιλυθεί με προσφυγή του στο δικαστήριο, κρίνει την ανωτέρω κήρυξη των υπό κρίση απεργιακών κινητοποιήσεων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις με τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν νόμιμη. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τους ισολογισμούς της 31-12-2009, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι ενάγουσες, το γενικό σύνολο παθητικού της πρώτης εξ αυτών ανέρχεται στο ποσό των 18.925.122,40 ευρώ και της δεύτερης στο ποσό του 1.l06.657,95 ευρώ. Παράλληλα, όπως ομολογούν οι αναιρεσείουσες με την αγωγή τους η ζημία που υφίσταται κάθε ημέρα απεργίας η πρώτη από αυτές, εξαιτίας των υπό κρίση απεργιακών κινητοποιήσεων ανέρχεται στο ποσό των l0.000,00 ευρώ και συνολικά για όλες τις ημέρες των απεργιακών κινητοποιήσεων στο ποσό των 40.000,00 ευρώ, και η δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 7.000,00 ευρώ την ημέρα και συνολικά για όλες τις ημέρες των απεργιακών κινητοποιήσεων στο ποσό των 28.000,00 ευρώ, ποσά που εξοικονομούν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τη μη καταβολή των αποδοχών των ημερών της απεργίας στους εργαζομένους τους ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε 195. Το όφελος όμως που προσδοκούν οι ανωτέρω εργαζόμενοι από την ευδοκίμηση των υπό κρίση απεργιακών κινητοποιήσεών τους, ακριβώς λόγω της συρρίκνωσης των μηνιαίων αποδοχών τους δεν υπολείπεται της ανωτέρω ζημίας των εργοδοτριών τους. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο, σταθμίζοντας τα αντίθετα συμφέροντα των απεργών και των εργοδοτριών τους, ήτοι τη ζημία των επιχειρήσεων από τις απεργιακές κινητοποιήσεις, το μέγεθος της επίπτωσης των ζημιογόνων συνθηκών τους στο κοινωνικό σύνολο και την εθνική οικονομία, σε συνδυασμό με την μορφή και την διάρκειά τους, το μέγεθος της προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων τρίτων και την αναλογία μεταξύ της ζημίας των επιχειρήσεων και της αναμενόμενης ωφελείας των απεργών, κρίνει ότι η άσκηση του δικαιώματος της υπό κρίση απεργίας από αυτούς δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ιδία ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματός τους και συνεπώς δεν είναι καταχρηστική. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού πρώτα εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η ίδια αγωγή με την αιτιολογία ότι τα αιτήματα της απεργίας δεν ήταν νόμιμα και αναγνώρισε ότι η κήρυξη των ως άνω απεργιακών κινητοποιήσεων ήταν παράνομη, διέταξε δε την διακοπή αυτών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 2 του Συντάγματος, 19 παρ. 1 του ν.1264/1982, 38 του ν. 1892/1990 και 281 του ΑΚ, αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η απεργία που κηρύσσεται με αίτημα που αφορά στο συλλογικό συμφέρον, όπως στην κρινόμενη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί μη νόμιμη εκ του ότι οι αμέσως ενδιαφερόμενοι που στην προκείμενη περίπτωση αποτελούν το σύνολο των εργαζομένων έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στα δικαστήρια για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων τους. Περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες ως προς τόσο ως το θέμα της νόμιμης κήρυξης των ενδίκων απεργιακών κινητοποιήσεων όσο και ως προς την υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του Α.Κ. κατά την εφαρμογή του μέτρου της εκ περιτροπής απασχολήσεως του συνόλου των εργαζομένων από τις αναιρεσείουσες και αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 27 Ιουνίου 2011 αίτηση των: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Α.Ε" και 2) Της μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε", για αναίρεση της 799/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και 
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ