Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 27/2007

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:κανονισμοί εργασίας,δημόσιο,νπδδ,οτα,πειθαρχικά,πρόστιμα
 Νόμοι:Α.Κ.,Ν. 1767/1988,Ν.Δ. 3789/1957
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 27/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
 
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

 Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό.
 Των αναιρεσίβλητων: 1) ...... , 2) ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη.
 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1710/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8561/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/2/2004 αίτησή της.
 Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 11/10/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.  Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο κανονισμός εργασίας που εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 3789/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας" πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 1767/1988 "περί συμβουλίων εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις" καταρτίζεται από τον επιχειρηματία - εργοδότη και ελέγχεται από ορισμένα όργανα της δημόσιας διοίκησης ως προς τη νομιμότητά του και τη σκοπιμότητά του, εφόσον δε εγκριθεί από αυτά, αναρτάται σε σημεία των εργασιακών χώρων που είναι εμφανή και προσιτά για τους μισθωτούς. Η παραπάνω έγκριση του κανονισμού συνιστά πράξη διοικητική και όχι νομοθετική. Δεν δύναται δε να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού αυτού έχουν χαρακτήρα κανονιστικό, διότι, σύμφωνα σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες που αφορούν στη συλλογική αυτονομία, στην ελευθερία αναπτύξεως της προσωπικότητας και στο κοινωνικό δικαίωμα εργασίας, δεν επιτρέπεται στον εργοδότη να επιβάλλει κανόνες δικαιϊκού χαρακτήρα χωρίς τη σύμπραξη των εργαζομένων στην επιχείρηση, ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί έχουν εγκριθεί με διοικητική πράξη. Για το λόγο αυτό ο Κανονισμός αυτός δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αλλά εφόσον γίνει αποδεκτός από τους εργαζομένους, με τις ατομικές συμβάσεις εκάστου, αποκτά συμβατικό χαρακτήρα. Εξάλλου από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και ευρίσκει έρεισμα στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 2 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθ. Ε.Κ., προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της αυτής εκμετάλλευσης που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Με βάση την αρχή αυτή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τα αυτά προσόντα τις μισθολογικές και άλλες εργασιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.
Εν προκειμένω με το επισκοπούμενο δικόγραφο της ένδικης από 28-8-2000 αγωγής τους οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (η οποία ήδη συγχωνεύθηκε δι΄ απορροφήσεώς της με την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία) με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφεραν από τότε τις υπηρεσίες τους, απασχολούμενοι μετά την απορρόφησή της (εναγομένης) στην αναιρεσείουσα ως Αναπληρωτές Προϊστάμενοι στο τμήμα εκπαίδευσης της Διεύθυνσης Μελετών και Αναλογιστικής της αναιρεσείουσας, οι οποίες υπηρεσίες είναι απολύτως ίδιες με τις υπηρεσίες της Υποδιεύθυνσης Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης της Διεύθυνσης Οργάνωσης της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.). Ότι η εργασιακή τους σύμβαση έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Οργανισμού και του Κανονισμού Εργασίας της Αγροτικής Ασφαλιστικής, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 60 του καταστατικού της αναιρεσείουσα, ισχύουν και για το προσωπικό που απασχολείται σ΄ αυτήν. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του Κανονισμού "οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου συνεπεία βαθμολογικών ή μισθολογικών ρυθμίσεων δεν θα πρέπει να υπολείπονται εκείνων οι οποίες θα χορηγούνται από της υπογραφής του παρόντος στο προσωπικό της Α.Τ.Ε.". Ότι με τις 24/21-12-1988 και 145/22-4-1997 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίού της αναιρεσείουσας εξομοιώθηκαν οι αποδοχές των υπαλλήλων της με τις αντίστοιχες αποδοχές των υπαλλήλων της Α.Τ.Ε., οι οποίες όμως (αποφάσεις) δεν υλοποιήθηκαν και ειδικότερα καθόσον αφορά το επιστημονικό επίδομα και επίδομα εξειδικευμένης εργασίας που οι αναιρεσίβλητοι δεν λαμβάνουν αυξημένο, όπως το λαμβάνουν οι υπάλληλοι που υπηρετούν στην ανωτέρω Υποδιεύθυνση της Α.Τ.Ε.. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα τους οφείλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Η αγωγή αυτή έχει ως βάση τη σύμβαση εργασίας και το καταστατικό της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, περιέχει δε σαφή και πλήρη έκθεση των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της, και επομένως είναι ορισμένη χωρίς την αναφορά των ονομάτων των εργαζομένων υπαλλήλων στην Υποδιεύθυνση Εκπαίδευσης της Αγροτικής Τράπεζας στους οποίους η τελευταία καταβάλει αυξημένος επιστημονικό επίδομα και επίδομα εξειδικευμένης εργασίας, αφού η ένδικη αγωγή δεν έχει ως βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και γιαυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ. αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς το ορισμένο ή μη μιας αγωγής, που συνιστά νομική κρίση και δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός, δεν είναι αντικείμενο αποδείξεως. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθμό 11 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη δικαστική ομολογία των αν αναιρεσιβλήτων ότι η αγωγή τότε είναι αόριστη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
 Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση της παραβιάσεως από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εκ πλαγίου, με έλλειψη και πάντως ανεπάρκεια αιτιολογιών της, του άρθρου 16 παρ. 1 του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο κανονισμός αυτός έχει συμβατική ισχύ και επομένως αποτελεί πραγματικό γεγονός και όχι ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου.
Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 14 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν καθορίζει και δεν προσδιορίζει ούτε και αναφέρει α) τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών των μισθωτών της αναιρεσείουσας και της Α.Τ.Ε., αντίστοιχα, και "πόθεν προκύπτει ότι ο ουδόλως καθοριζόμενος αυτός τρόπος" υπολογισμού οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αποδοχές των εργαζομένων στην αναιρεσείουσα και στην Α.Τ.Ε. είναι ίδιος, β) ποίοι ήσαν ή θα ήσαν οι υπάλληλοι της Α.Τ.Ε. οι οποίοι, υπηρετούντες στην αντίστοιχη διεύθυνση της τελευταίας με τα ίδια προσόντα και ατομικά χαρακτηριστικά, ελάμβαναν ή θα ελάμβαναν μεγαλύτερες συνολικά μηνιαίες αποδοχές έναντι των αντίστοιχων αποδοχών των αναιρεσιβλήτων καθόσον αφορά τα αιτούμενα επιδόματα και γ) τον τρόπο υπολογισμού των επιδικασθέντων ως άνω ποσών, για τα οποία δεν παρατίθεται έστω και στοιχειώδης ή υποτυπώδης ανάλυση. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του είναι αόριστος καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών των μισθωτών της αναιρεσείουσας και των μισθωτών της αντίστοιχης Υποδιεύθυνσης Μελετών και Προγραμματισμού της Α.Τ.Ε., το λάθος εις το οποίο υπέπεσε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά τον υπολογισμό των αποδοχών αυτών και ο ουσιαστικός νόμος, τον οποίο εκ πλαγίου παραβίασε το Εφετείο ως προς τον τρόπο υπολογισμού των εν λόγω αποδοχών. Επομένως, κατά τούτο, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. Κατά το δεύτερο (β) μέρος του ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως προεκτέθηκε, δεν απαιτείται στην ερευνουμένη περίπτωση να αναφέρονται ονόματα συναδέλφων των αναιρεσιβλήτων που υπηρετούν στην αντίστοιχη Υποδιεύθυνση της Α.Τ.Ε., είχαν τα ίδια προσόντα και ατομικά χαρακτηριστικά και ελάμβαναν μεγαλύτερες αποδοχές έναντι των αναιρεσιβλήτων καθόσον αφορά τα ένδικα επιδόματα.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 10, 11 και 19 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε ότι α) οι αναιρεσίβλητοι προσφέρουν εξειδικευμένη εργασία ως αναπληρωτές προϊστάμενοι στο τμήμα εκπαίδευσης της διεύθυνσης μελετών της αναιρεσείουσας, χωρίς να εξειδικεύει ή άλλως να προσδιορίζει το ειδικότερο αντικείμενο της εργασίας τους, ώστε να καταστεί δυνατόν να ελεγχθεί, εάν οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν όντως εξειδικευμένη εργασία και ποία ειδικότερα, β) δεν απαιτείται, για τη χορήγηση των ένδικων επιδομάτων, ως προϋπόθεση να ανήκουν οι αναιρεσίβλητοι στους ειδικότερους κλάδους των οικονομολόγων και γεωργοοικονομολόγων, να έχουν δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών και να προσφέρουν εξειδικευμένη εργασία, για τη βεβαίωση της οποίας θα έπρεπε να προηγείται εισήγηση της αρμόδιας διεύθυνσης της αναιρεσείουσας και σύμφωνη γνώμη της Διεύθυνσης προσωπικού αυτής και γ) ότι τα έτη υπηρεσίας του υπαλλήλου της Α.Τ.Ε. δεν προσδιορίζουν το ύψος του ένδικου επιδόματος και ότι από τους κανονισμούς της αναιρεσείουσας και της Α.Τ.Ε. προκύπτει ότι η βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και της Α.Τ.Ε. ταυτίζεται, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η εξομοίωση των αποδοχών των υπαλλήλων της με εκείνες των υπαλλήλων της Α.Τ.Ε. συνδέεται με το χρόνο προϋπηρεσίας του κάθε υπαλλήλου, χωρίς να παρατίθενται (στην αναιρεσιβαλλομένη) οι σχετικές διατάξεις των εν λόγω κανονισμών ή άλλα επαρκή στοιχεία, που θα πιστοποιούσαν την εν λόγω παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο κατέληξε στις ανωτέρω παραδοχές ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος των εναγόντων, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης κ.λ.π. (η εναγομένη δεν επιμελήθηκε για την εξέταση μάρτυρος), καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. ΄Ετσι στις εν λόγω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι΄ αυτό πρέπει ο πιο πάνω (τέταρτος κατά το μέρος του) από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος αυτός λόγος (τέταρτος κατά το μέρος του) από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, για να καταλήξει στις ανωτέρω παραδοχές, τα οποία δεν προσκομίσθηκαν ή δεν επιτρέπονται από το νόμο. Επίσης, ο λόγος αυτός (τέταρτος κατά το μέρος του) από το άρθρο 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται ποιές είναι αντιφατικές διατάξεις της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Και κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19, ο λόγος αυτός (τέταρτος) πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των οποίων έγινε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως) παραβίαση.
Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος με ανεπαρκείς και ελλειπείς αιτιολογίες. Ειδικότερα ότι δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στους ενάγοντες μεγαλύτερες αποδοχές από εκείνες που θα είχαν εισπράξει από την Α.Τ.Ε., αν υπηρετούσαν σ΄ εκείνη, κατά το επίδικο διάστημα, ότι αναγνώρισε στους ενάγοντες, την προϋπηρεσία που αυτού είχαν διανύσει σε προηγούμενη εργοδότρια και ότι τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι αρκετά για να καταστήσουν την άσκηση του σχετικού δικαιώματος των εναγόντων, καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. και δεν υπερβαίνει η άσκηση αυτή τα αντικειμενικά όρια του άρθρου αυτού. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν προσδιορίζεται ποια πραγματικά περιστατικά επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και αν τα περιστατικά αυτά υπέβαλε παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως ο ως άνω λόγος είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-2-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Αγροτική ανώνυμη ελληνική εταιρία γενικών ασφαλειών" για αναίρεση της 8561/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2006. Και 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2007.

 
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ