Δικαστικές Αποφάσεις

Απόφαση 1504/2007

Στοιχεία Απόφασης
 Λέξεις κλειδιά:,κανονισμοί εργασίας,δημόσιο,νπδδ,οτα,πειθαρχικά,πρόστιμα
 Νόμοι:Α.Κ.,Ν. 13456/1983,Ν. 1346/1983,Ν. 1876/1990,Ν. 2224/1994,Ν. 3189/2003,Ν. 3239/1955,Ν. 3987/1957,Ν.Δ. 3755/1957,Ν.Δ. 3789/1957
 Περίληψη:
 Κλάδος:
 Διάδικοι:ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS,ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε.

Κείμενο Απόφασης
 
          
Αριθμός 1504/2007 


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



 B2' Πολιτικό Τμήμα 


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
 
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

 Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 , 2.Χ2 , 3.Χ3 και 4.Χ4 , υπαλλήλων όλων της τραπεζικής επιχείρησης "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε.", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό.
 Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται κατά το νόμο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή, Γεώργιο Δαούτη και Αθανάσιο Κόκκινο.
 Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς την: Πρωτοβάθμια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.  
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21664/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 638/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/1/2006 αίτησή τους.
 Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.  Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 Το προϊσχύσαν του Ν. 1876/1990, νομικό καθεστώς (άρθρο 1 επ. Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα Ν.Δ. 3755/1957 και 186/1969), επέτρεπε κατ' εξαίρεση τη σύναψη ειδικών ΣΣΕ οι οποίες συνήπτοντο και σε τραπεζικές επιχειρήσεις ή τραπεζικά ιδρύματα, εφόσον οι μισθωτοί των επιχειρήσεων αυτών δεν υπήγοντο σε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ (άρθρο 7 παρ. 1 περ. δ΄, παρ. 5 Ν. 3239/1955) και εφόσον όλοι οι μισθωτοί της επιχείρησης ήσαν μέλη της συμβαλλόμενης συνδικαλιστικής οργάνωσης. Υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955 συνήφθη και η από 20-1-1978 ΣΣΕ μεταξύ της Τράπεζας Εργασίας και του Συλλόγου του προσωπικού της, η οποία περιείχε τον Κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας και ήταν ειδική. Δεδομένου δε ότι δεν υπήρχε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ η οποία να ρυθμίζει τον κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας, συνήφθη εγκύρως και δέσμευε την Τράπεζα Εργασίας και τους εργαζομένους της οι οποίοι, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ήταν, όλοι, μέλη του Συλλόγου του προσωπικού της. Η από 20-1-1978 ειδική αυτή ΣΣΕ, οι όροι της οποίας συνιστούσαν νόμιμο και συμβατό προς το άρθρο 1 Ν. 3239/1955 αντικείμενο και, ως τέτοιο, ρύθμιζαν κανονιστικά τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." καθ' όλη της διάρκεια ισχύος του Ν. 3239/1955, όσο και κατά το καθεστώς του, διαδοχικά, ισχύοντος Ν. 1876/1990 (άρθρο 9 παρ. 4), υπό το οποίο συνέχισε να ισχύει "ως επιχειρησιακή" ΣΣΕ και σύμφωνα με τις διατάξεις του κρίνεται η λήξη της ισχύος της. Εξάλλου, από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση (διαδοχή Σ.Σ.Ε.). Διαδοχή Σ.Σ.Ε. υπάρχει όταν νεότερη χρονικά ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων). Κατά συνέπεια νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγουμένη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 7 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους, εκτός αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της Σ.Σ.Ε. οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός πρέπει να επικαλείται στη σχετική αγωγή του ότι, οι όροι της προηγουμένης ΣΣΕ κατέστησαν με κοινή συμφωνία όροι της ατομικής σύμβασης και στη συμφωνία αυτή να στηρίξει την αγωγή του και όχι στην καταργηθείσα ή τροποποιηθείσα προγενέστερη Σ.Σ.Ε. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στην κρινόμενη αγωγή τους ότι, είναι εν ενεργεία τακτικοί υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέστη και είναι διάδοχος εργοδότρια, λόγω της συγχωνεύσεώς της με την αρχική εργοδότριά τους ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, την οποία απορρόφησε. Οτι ο από 20-1-1978 Οργανισμός Προσωπικού Τράπεζας Εργασίας, ο οποίος θεσπίσθηκε μέσω της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, που καταρτίσθηκε μεταξύ της άνω αρχικής εργοδότριάς τους και της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, ήταν άκυρος ως Κανονισμός Προσωπικού, γιατί δεν καταρτίσθηκε όπως έπρεπε κατά την υπό του Ν. 3987/1957 προβλεπόμενη διαδικασία, αλλά αντιθέτως καταρτίσθηκε μέσω της μη προβλεπόμενης και επιτρεπόμενης από το νόμο ως άνω ειδικής ΣΣΕ. Οτι κατά συνέπεια ο ανωτέρω Οργανισμός Προσωπικού Τράπεζας Εργασίας δεν απέκτησε κανονιστική ισχύ, αλλά αντιθέτως είχε συμβατική ισχύ και λειτούργησε εξ αρχής κατά μετατροπή (άρθρο 182 ΑΚ) υπό τη μορφή της συλλογικής ενοχικής συμφωνίας, γεγονός το οποίο οδήγησε στην επιβίωση των κανονιστικών όρων του, ως ενοχικών πλέον όρων, ενσωματωθέντων στις ατομικές τους συμβάσεις με την μακρά και μακρόχρονη εφαρμογή τους και με τη σαφή, ρητή και αμοιβαία βούληση τόσο αυτών όσο και της αρχικής εργοδότριας να καταστούν όροι των ατομικών τους συμβάσεων. Οτι η αναιρεσίβλητη διάδοχος εργοδότριά τους στις 12-9-2000 κατήγγειλε τον ανωτέρω άκυρο Οργανισμό Προσωπικού Τράπεζας Εργασίας και ταυτόχρονα κατάρτισε με τη συνδικαλιστική οργάνωση του χώρου της ήτοι το "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΙΣΗΣ EFG EYROBANK" νέο, από 12-9-2000, Οργανισμό Προσωπικού, του οποίου τις διατάξεις επέβαλε μονομερώς, καίτοι οι όροι του ήταν σαφώς δυσμενέστεροι έναντι των όρων των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας, όπως αυτοί είχαν κατά τα ανωτέρω διαμορφωθεί μέσω της ενσωματώσεως σε αυτές των όρων του ως άνω από 20-1-1978 άκυρου Οργανισμού Προσωπικού Τράπεζας Εργασίας, πράγμα που προκάλεσε και μείωση των αποδοχών τους. Ζητείται με την αγωγή να αναγνωρισθεί ότι, ο τρόπος και η διαδικασία προσδιορισμού των τακτικών αποδοχών των αναιρεσειόντων, όπως είχε διαμορφωθεί στις συμβατικές σχέσεις καθενός από αυτούς με την αρχική εργοδότρια Τράπεζα, ισχύει και δεσμεύει την αναιρεσίβλητη, η οποία πρέπει να υποχρεωθεί να πληρώσει σε καθένα από αυτούς τις μισθολογικές διαφορές που αναλύονται στην αγωγή. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή δεν είναι νόμιμη, αφού α) όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρχε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, η οποία να ρυθμίζει τον κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας, β) δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στην αγωγή τους ότι, κατά την κατάρτιση της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ υπήρχαν εργαζόμενοι της Τράπεζας Εργασίας, που δεν ήσαν μέλη της συμβληθείσης συνδικαλιστικής Οργάνωσης και γ) δεν επικαλούνται, επίσης στην αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ότι, με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της πιο πάνω έγκυρα καταρτισθείσης από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, αλλά αντίθετα στην αγωγή αποκρούεται η κανονιστική ισχύ αυτής της ΣΣΕ και γίνεται επίκληση της συμβατικής ισχύος της. Λόγω, λοιπόν, της εγκυρότητας της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, έγκυρα αυτή τροποποιήθηκε με τη νεότερη από 12-9-2000 ΣΣΕ, που φέρεται ότι περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 4 του ν.δ. 3789/1957 και 7 παρ. 1 του ν. 3239/1955 και επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).
 Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδιορίζει την έννοια και το χαρακτήρα των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων καθώς και τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς τούτο να έχει προταθεί, ότι οι εργαζόμενοι της τέως Τράπεζας Εργασίας δεν υπήγοντο, κατά την 20-1-1978, σε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ. Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο δεν δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί, αλλά προσδιόρισε την έννοια και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου (ν.δ. 3789/1957) και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το ίδιο σκέλος του, από την ίδια διάταξη, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς να έχει προταθεί, ότι στην Τράπεζα Εργασίας συνέτρεχαν κατά την 20-1-1978 οι ειδικές συνθήκες εργασίας, που δικαιολογούσαν τη θέσπιση ειδικών όρων εργασίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι επίσης απορριπτέος. Το Εφετείο δεν έχει τέτοιες πραγματικές παραδοχές, αλλά μόνο με επάλληλη νομική σκέψη δέχθηκε ότι, γινόταν νομολογιακά δεκτό ότι επιτρεπόταν η σύναψη ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας εκτός από τις άλλες δύο πιο πάνω προϋποθέσεις και όταν στην επιχείρηση συνέτρεχαν ειδικές συνθήκες εργασίας. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, σε σχέση με τα πιο πάνω περιστατικά, κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλος του, από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί οι αναιρετικοί λόγοι από τις παραπάνω διατάξεις ιδρύονται όταν υπάρχει αποδεικτικό πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν η αγωγή έχει απορριφθεί, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ως μη νόμιμη.
 Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2224/1994 είναι ανίσχυρη η καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας που έχει κυρωθεί με νόμο, ενώ με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 1346/1983 κυρώθηκε από τότε που ίσχυσε και εφαρμόζεται για όλες τις τράπεζες που αναφέρονται σ' αυτή η από 4-8-1982 ειδική ΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ της ΟΤΟΕ και των τραπεζών, στο άρθρο 8 της οποίας ορίζεται ότι, δεν καταργούνται οι διατάξεις των κανονισμών και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων περί βαθμολογικής ιεραρχίας κλπ που ισχύουν κατά την υπογραφή της ΣΣΕ, εφ' όσον η παρούσα δεν αναφέρεται ρητά σ' αυτές. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία ότι, οι διατάξεις της από 20-1-1978 ΣΣΕ, που περιείχε τον κανονισμό της Τράπεζας Εργασίας, ήσαν έγκυρες και για τον πρόσθετο λόγο ότι, αυτές κυρώθηκαν με το άρθρο 29 παρ.2 του Ν. 1346/1983, που κύρωσε την από 4-8-1982 ειδική ΣΣΕ, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2224/1994 και 29 παρ.2 του Ν. 1346/1983, επειδή η από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ με την κύρωσή της με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν.13456/1983 απέκτησε την ισχύ τυπικού νόμου και έτσι αυτή που περιείχε ευμενέστερες διατάξεις σε σχέση με το νέο από 12-9-2000 Οργανισμό Εργασίας της αναιρεσίβλητης, δεν μπορούσε να καταγγελθεί, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 2224/1994. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την πιο πάνω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, γιατί το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στην πιο πάνω κύρια αιτιολογία της, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, ενώ κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την κύρια αιτιολογία της, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι επίσης απορριπτέος, γιατί όλα όσα αναφέρονται στο λόγο αυτό αναιρέσεως αποτελούν αντικείμενο άλλης νομικής βάσης, η οποία δεν περιέχεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Μετά από αυτά η αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της καθώς και η πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση της συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EYROBANK-ERGASIAS", που ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και το άρθρο 675 Α του ίδιου κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 του Ν. 3189/2003.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ  
Απορρίπτει την 26/1-2-2006 αίτηση των Χ1 , Χ2 , Χ3  και Χ4 για αναίρεση της 638/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθώς και την πρόσθετη παρέμβαση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EYROBANK-ERGASIAS". Και  
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και 
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.



 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ