Εργατικοί Νόμοι

Νόμος :

Ν.2874/2000 Προώθηση της απασχόλησης

Άρθρα Νόμου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' - ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ...

Άρθρο 1 - Περιφερειακά σχέδια δράσης...

Άρθρο 2 - Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων ...

Άρθρο 3 - Σύσταση Ειδικών Υπηρεσιών...

Άρθρο 4 - Κατάργηση υπερεργασιακής α...

Άρθρο 5 - Διευθέτηση του χρόνου εργα...

Άρθρο 6 - Μείωση ασφαλιστικών εισφορ...

Άρθρο 7 - Προσαύξηση αμοιβής των μερ...

Άρθρο 8 - Κίνητρο επανένταξης μακροχ...

Άρθρο 9 - Τροποποιήσεις του Ν. 1387/1983...

Άρθρο 10 - Καταβολή εισφορών για μακρ...

Άρθρο 11 - Άδεια μητρότητας...

Άρθρο 12 - Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων...

Άρθρο 13 - Γνωμοδοτική Επιτροπή για χ...

Άρθρο 14 - Δευτεροβάθμιες Επιτροπές τ...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' - ΘΕΜΑΤΑ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡ...

Άρθρο 15 - (Αρμοδιότητες Σ.Ε.Π.Ε.)...

Άρθρο 16 - Υποβολή καταστάσεων προσωπ...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' - ΕΠΟΠΤΕΥΟΜΕΝΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ...

Άρθρο 17 - Ίδρυση Τ.Ε.Ε. Β' Κύκλου Σπουδ...

Άρθρο 18 - Ασφάλιση κατά ατυχήματος τ...

Άρθρο 19 - Συγχώνευση νομικών προσώπω...

Άρθρο 20 - Θέματα Ο.Α.Ε.Δ. - Ο.Ε.Κ. - Ο.Ε.Ε....

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ...

Άρθρο 21 - Έκδοση τίτλων προεσόδων απ...

Άρθρο 22 - Ρύθμιση καθυστερούμενων ασ...

Άρθρο 23 - (Καταργούμενες και λοιπές δ...

Άρθρο 24 - Ρύθμιση χρεών επιχειρήσεων...

Άρθρο 25 - Ρύθμιση χρεών επιχειρήσεων...

Άρθρο 26 - Χορήγηση νοσήλιου – τροφεί...

Άρθρο 27 - Εισφορά για τη λήψη διαφορά...

Άρθρο 28 - Παράταση προθεσμίας για αν...

Άρθρο 29 - Διαδοχική ασφάλιση Ο.Γ.Α....

Άρθρο 30 - Τροποποιήσεις στο άρθρο 38 τ...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' - ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ...

Άρθρο 31 - Καταργούμενες διατάξεις...

Άρθρο 32 - Απονομή σύνταξης μετά 35ετή ...

Άρθρο 33 - (Καθορισμός επικουρικής σύ...

Άρθρο 34 - Ρύθμιση θεμάτων Εθνικού Κέ...

Άρθρο 35 - (Ρύθμιση για τον Ο.Α.Σ.Θ.)...

Άρθρο 36 - (Ορισμός ειδικής αργίας για...

Άρθρο 37 - (Ρυθμίσεις φορολογικών ελα...

Άρθρο 38 - Έναρξη ισχύος του νόμου...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' - ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Άρθρο 1 - Περιφερειακά σχέδια δράσης για την απασχόληση

1. Για την προώθηση της απασχόλησης και τη σύνδεσή της με το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα
κάθε Περιφέρειας της χώρας στα Περιφερειακά Συμβούλια συμμετέχουν και:
α) ένας (1) εκπρόσωπος του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, που ορίζεται από τον
Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και
β) ένας (1) εκπρόσωπος του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, που ορίζεται
από τον Διοικητή του.
2. Ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί να καλεί τα Περιφερειακά
Συμβούλια να εισηγούνται για την κατάρτιση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την
Απασχόληση (Ε.Σ.Δ.Α.) και την εξειδίκευσή του στην Περιφέρειά τους.
3. Συνιστάται σε κάθε Περιφέρεια της χώρας οργανική μονάδα σε επίπεδο Διεύθυνσης ή
Τμήματος της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της Περιφέρειας, αρμόδια για θέματα
απασχόλησης. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών
Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και
Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζεται το επίπεδο της οργανικής μονάδας ως Διεύθυνσης ή
Τμήματος, η διάρθρωσή της, εξειδικεύονται οι αρμοδιότητές της, συνιστώνται οι οργανικές
θέσεις του προσωπικού κατά κατηγορία και κλάδο, προσδιορίζονται τα απαιτούμενα για την
πρόσληψη του προσωπικού προσόντα και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

Άρθρο 2 - Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης και Κοινωνικής Ασφάλισης

1. Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνιστάται συμβουλευτικό -
γνωμοδοτικό όργανο με την ονομασία «Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης και
Κοινωνικής Ασφάλισης». Το Συμβούλιο, όταν καλείται από τον Υπουργό Εργασίας και
Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορεί:
α) Να γνωμοδοτεί και να εισηγείται στο πλαίσιο των γενικών κατευθύνσεων της κυβερνητικής
πολιτικής για θέματα απασχόλησης, κοινωνικής ασφάλισης και θέματα κοινωνικής πολιτικής
αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς και για τις
κατευθύνσεις των πολιτικών αυτών, όπως απορρέουν από υποχρεώσεις προς την
Ευρωπαϊκή Ένωση και τους Διεθνείς Οργανισμούς.
β) Να γνωμοδοτεί για τους ετήσιους και μεσοπρόθεσμους στόχους των πολιτικών
απασχόλησης, κοινωνικής ασφάλισης και γενικότερα τομέων κοινωνικής πολιτικής
αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
γ) Να διερευνά, τεκμηριώνει και αναλύει τις εναλλακτικές δυνατότητες που υπάρχουν σχετικά
με την επιλογή μέτρων απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης και να εισηγείται τα αναγκαία
μέτρα και παρεμβάσεις προς επίτευξη των στόχων της πολιτικής του Υπουργείου Εργασίας
και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
δ) Να μελετά και να αναλύει τις εξελίξεις και τις προοπτικές της ελληνικής, της ευρωπαϊκής και
της διεθνούς αγοράς εργασίας, καθώς και της κοινωνικής ασφάλισης, να επισημαίνει και να
αξιολογεί τις αποκλίσεις των εξελίξεων από τους στόχους και να εισηγείται τη λήψη των
κατάλληλων μέτρων.
ε) Να αποτιμά την αποτελεσματικότητα και τις επιπτώσεις των παρεμβάσεων για την
απασχόληση, την κοινωνική ασφάλιση και την κοινωνική πολιτική του Υπουργείου Εργασίας
και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και να υποβάλλει στον Υπουργό σχετικές εισηγήσεις. Να
συμμετέχει σε επιτροπές εμπειρογνωμόνων για την παρακολούθηση και αξιολόγηση των
πολιτικών αυτών.
στ) Να γνωμοδοτεί για κάθε άλλο συναφές θέμα, που παραπέμπεται σε αυτό από τον
Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
2. «Το Συμβούλιο είναι επταμελές και συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και
Κοινωνικών Ασφαλίσεων από πρόσωπα κύρους ιδιαίτερης επιστημονικής κατάρτισης και
εμπειρίας στα αντικείμενα της προηγούμενης παραγράφου.» Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο
Πρόεδρος του Συμβουλίου και ο νόμιμος αναπληρωτής του. Με όμοια απόφαση μπορεί να
αντικαθίστανται μέλη του Συμβουλίου πριν τη λήξη της θητείας τους, αζημίως για το Δημόσιο.
Η θητεία του Συμβουλίου είναι τριετής. Σε περίπτωση παραίτησης, παύσης ή θανάτου μελών
του, το Συμβούλιο λειτουργεί με τα υπόλοιπα μέλη, εφόσον δεν είναι λιγότερα των τεσσάρων
(4). Η θητεία των μελών, που διορίζονται σε αντικατάσταση όσων παραιτήθηκαν, παύθηκαν ή
απεβίωσαν, λήγει ταυτοχρόνως με τη λήξη της θητείας των υπόλοιπων μελών. Με αποφάσεις
των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί να
συνιστώνται επιτροπές ή ομάδες εργασίας, αμειβόμενες, για την υποβοήθηση του έργου του
Συμβουλίου. Σε αυτές μπορεί να συμμετέχουν, ανάλογα με το αντικείμενό τους, εκπρόσωποι
υπηρεσιών ή φορέων του Δημοσίου ή ιδιώτες με ειδικευμένες γνώσεις ή εμπειρία.
[Το πρώτο εδάφιο της παρ.2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 Ν.2972/2001
(ΦΕΚ Α΄ 291)]
3. Οι υπηρεσίες του δημόσιου τομέα υποχρεούνται να παρέχουν στο Συμβούλιο ή στις
επιτροπές ή ομάδες εργασίας του κάθε πληροφορία ή στοιχείο που τους ζητείται. Αν το θέμα
καλύπτεται από κρατικό απόρρητο, για την υποβολή της αίτησης παροχής πληροφοριών ή
στοιχείων, απαιτείται προηγούμενη γραπτή έγκριση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών
Ασφαλίσεων.
4. Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για την επιστημονική και διοικητική
στήριξη του Συμβουλίου, συνιστάται Μονάδα Ανάλυσης και Τεκμηρίωσης ως υπηρεσία σε
επίπεδο τμήματος, που υπάγεται απευθείας στον Υπουργό και προστίθεται στον Οργανισμό
του Υπουργείου. Η Μονάδα Ανάλυσης και Τεκμηρίωσης έχει ως έργο την παρακολούθηση
των πολιτικών απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης και την κατάρτιση μελετών και
εκθέσεων για τα θέματα αυτά και γενικώς την επιστημονική και γραμματειακή υποστήριξη της
λειτουργίας του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων για την προώθηση του έργου του. Για τη
λειτουργία της Μονάδας Ανάλυσης και Τεκμηρίωσης συνιστώνται δέκα (10) ενιαίες θέσεις
ειδικού επιστημονικού προσωπικού, καθώς και τρεις (3) θέσεις ΠΕ και δύο (2) θέσεις ΔΕ
διοικητικού προσωπικού. Η πλήρωση των θέσεων της Μονάδας γίνεται κατά τις κείμενες
διατάξεις. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης
και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζονται τα απαιτούμενα, για την πρόσληψη του
ειδικού επιστημονικού προσωπικού, προσόντα, τηρουμένων των διατάξεων του Ν. 1943/1991
(ΦΕΚ 50 Α'), όπως ισχύει.
Για την υποβοήθηση της λειτουργίας του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης και
Κοινωνικής Ασφάλισης και της Μονάδας Ανάλυσης και Τεκμηρίωσης, που συστάθηκαν στο
Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με το Ν. 2874/2000 (ΦΕΚ 286 Α'),
δύνανται να αποσπώνται υπάλληλοι από τα συγχωνευθέντα με τον ίδιο νόμο νομικά
πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας (Ε.Ι.Ε.) και Εθνικό
Παρατηρητήριο Απασχόλησης (Ε.Π.Α.). Με την απόφαση της απόσπασης καθορίζεται η
υπηρεσία, η οποία επιβαρύνεται με τη μισθοδοσία των αποσπασμένων υπαλλήλων.
[Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ.4 προστέθηκαν με το άρθρο 54 Ν.2972/2001 (ΦΕΚ Α΄ 291)]
5. Τα μέλη του Συμβουλίου και της Μονάδας Ανάλυσης και Τεκμηρίωσης οφείλουν να τηρούν
εχεμύθεια για όσα περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η
υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά τη λήξη της θητείας τους. Την ίδια υποχρέωση έχουν
και τα μέλη των επιτροπών ή ομάδων εργασίας που, τυχόν, υποβοηθούν το έργο του
Συμβουλίου.
6. Στα μέλη του Συμβουλίου παρέχεται αποζημίωση σύμφωνα με τα οριζόμενα στην
περίπτωση α' της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν. 1682/1987 (ΦΕΚ 14 Α') όπως
εκάστοτε ισχύει. Με αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και
Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται ειδικότερα τα της
οργάνωσης και λειτουργίας του Συμβουλίου Εμπειρογνωμόνων και της Μονάδας Ανάλυσης
και Τεκμηρίωσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
7. Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και
Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί να καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη,
οι κάθε είδους αποζημιώσεις και αποδοχές του Προέδρου και των μελών του Συμβουλίου
Εμπειρογνωμόνων Απασχόλησης και Κοινωνικής Ασφάλισης,
[Η παρ.7 προστέθηκε με το άρθρο 46 Ν.2972/2001 ( ΦΕΚ Α΄ 291)]

Άρθρο 3 - Σύσταση Ειδικών Υπηρεσιών

1. Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνιστώνται: α) Ειδική υπηρεσία με
ονομασία «Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού και Παρακολούθησης Δράσεων Ευρωπαϊκού
Κοινωνικού Ταμείου». Η ειδική υπηρεσία υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Διαχείρισης
Κοινοτικών και Άλλων Πόρων και είναι αρμόδια για το συντονισμό των δράσεων του
Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου στο Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης και για την
παρακολούθηση της εξέλιξης και της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων του
Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (Ε.Κ.Τ.) που περιλαμβάνονται στα Επιχειρησιακά
Προγράμματα του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και β) Ειδική υπηρεσία με ονομασία
«Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Συγχρηματοδοτούμενων Ενεργειών από το Ευρωπαϊκό
Κοινωνικό Ταμείο» (Ε.Κ.Τ.). Η ειδική υπηρεσία είναι αρμόδια για την άσκηση των
αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως τελικού
δικαιούχου, κατά την έννοια της παραγράφου στ' του άρθρου 1 του Ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251
Α') και ιδίως για την προκήρυξη των συγχρηματοδοτούμενων από το Ε.Κ.Τ. ενεργειών, τη
διαχείριση της αξιολόγησης, έγκρισης και εκτέλεσης των ενεργειών, καθώς και την υποβολή
στην αρμόδια διαχειριστική αρχή των απαραίτητων στοιχείων.
2. Στις ειδικές υπηρεσίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α').
3. Με αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης,
Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται τα
της οργάνωσης των ειδικών υπηρεσιών, η διάρθρωση και η στελέχωσή τους, τα της
υπαγωγής της Ειδικής Υπηρεσίας Εφαρμογής Συγχρηματοδοτούμενων Ενεργειών από το
Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη λειτουργία
των ειδικών υπηρεσιών και εξειδικεύονται οι αρμοδιότητές τους.

Άρθρο 4 - Κατάργηση υπερεργασιακής απασχόλησης Αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης

1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40)
ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την
εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η,
42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά
25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια
υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6)
εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία
ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα).
2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις
επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις
νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει
σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση
θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση
διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας.
3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και
μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο
ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών
ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο
κατά 75%.
4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι
προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής
κατ' εξαίρεση υπερωρία.
5.Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το
καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.
[Το άρθρο 4 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.3385/2005 (ΦΕΚ Α΄ 210)]

Άρθρο 5 - Διευθέτηση του χρόνου εργασίας

Το άρθρο 41 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α'), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν.
2639/1 998 (ΦΕΚ 205 Α'), τροποποιείται ως ακολούθως:
1. Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών
εβδομαδιαίως, επιτρέπεται να καθορίζεται με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας
ή με συμφωνίες του εργοδότη και του επιχειρησιακού σωματείου ή του εργοδότη και του
συμβουλίου των εργαζομένων ή του εργοδότη και των ενώσεων προσώπων της επόμενης
παραγράφου, ότι εκατόν τριάντα οκτώ (138) ώρες εργασίας από το συνολικό ετήσιο χρόνο
εργασίας κατανέμονται με αυξημένο αριθμό ωρών σε ορισμένες περιόδους και με αντίστοιχη
μείωση των ωρών εργασίας κατά το λοιπό διάστημα, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων
για το χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης των εργαζομένων, καθώς και του ισχύοντος, κατά το
νόμο, ανώτατου ορίου του μέσου χρόνου εβδομαδιαίας απασχόλησης,
συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών. Στην περίπτωση αυτή, ο ανώτατος μέσος όρος των
ωρών εβδομαδιαίας εργασίας ετησίως (περίοδος αναφοράς), μη συμπεριλαμβανομένων των
νόμιμων υπερωριών, είναι οι τριάντα οκτώ (38) ώρες. Οι περίοδοι ετήσιας άδειας μετ'
αποδοχών και οι περίοδοι άδειας ασθένειας δεν συνυπολογίζονται, όσον αφορά τον
υπολογισμό του ετήσιου μέσου όρου. Κατά τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας επιτρέπεται
να χορηγείται στον εργαζόμενο, αντί της μείωσης των ωρών εργασίας σε αντιστάθμιση των
πρόσθετων ωρών που εργάσθηκε κατά την περίοδο αυξημένου ωραρίου, είτε ανάλογη
ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) είτε ανάλογη προσαύξηση της ετήσιας μετ' αποδοχών άδειας.
2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο ένωση προσώπων αρκεί να έχει συσταθεί από πέντε
(5) τουλάχιστον εργαζόμενους, εφόσον η επιχείρηση απασχολεί είκοσι (20) τουλάχιστον
εργαζόμενους, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του Ν. 1264/1982
(ΦΕΚ 79 Α'). Σε επιχειρήσεις που δεν υπάρχει επιχειρησιακό σωματείο ή συμβούλιο
εργαζομένων ή ένωση προσώπων της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του Ν. 1264/1982 (ΦΕΚ
79 Α') όπως ισχύει, ή απασχολούν λιγότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, η συμφωνία
διευθέτησης του χρόνου εργασίας γίνεται μεταξύ του εργοδότη και του αντίστοιχου κλαδικού
σωματείου ή της αντίστοιχης ομοσπονδίας. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία
μεταξύ του εργοδότη και του αντίστοιχου κλαδικού σωματείου ή της αντίστοιχης ομοσπονδίας,
το θέμα μπορεί να παραπέμπεται από τον ενδιαφερόμενο στις υπηρεσίες μεσολάβησης και
διαιτησίας του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.) κατά τις διατάξεις του Ν.
1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α'), όπως ισχύει, και των προεδρικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν κατ'
εξουσιοδότησή του.
3. Η καταβαλλόμενη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, αμοιβή
για το συνολικό χρονικό διάστημα είναι ίση με την αντίστοιχη αμοιβή για εργασία οκτώ (8)
ωρών ημερησίως και σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, χωρίς να επιτρέπεται αυξομείωσή
της. Κατά τη διευθέτηση απαγορεύεται η ιδιόρρυθμη υπερωρία και επιτρέπεται μόνο νόμιμη
υπερωριακή απασχόληση των εργαζομένων, κατά τις κείμενες διατάξεις. Η προσαύξηση της
αμοιβής λόγω υπερωριών υπολογίζεται κατά το τέλος της ετήσιας περιόδου αναφοράς και
καταβάλλεται για την πέραν των τριάντα οκτώ (38) ωρών εβδομαδιαίως, κατά μέσο όρο,
παρασχεθείσα εργασία.
4. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και για: α) εποχιακές επιχειρήσεις και
β) εργαζόμενους με σύμβαση εργασίας διάρκειας μικρότερης του ενός (1) έτους. Εφόσον από
οποιονδήποτε λόγο, ιδίως εξαιτίας παραίτησης ή απόλυσης του εργαζομένου ή εποχιακής
λειτουργίας της επιχείρησης, δεν εφαρμόζεται ή δεν ολοκληρώνεται η διευθέτηση του χρόνου
εργασίας σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, δεν θίγονται οι ισχύουσες διατάξεις περί της
νόμιμης προσαύξησης της αμοιβής της υπερωρίας.
5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ρυθμίζεται ο τρόπος
κατάθεσης των συμφωνιών, η επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση μη τήρησης αυτών, η
τηρούμενη διαδικασία, καθώς και κάθε λεπτομέρεια, που αφορά των εφαρμογή του άρθρου
αυτού.
6. Με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγονται οι σχετικές ρυθμίσεις του Ν. 2602/1998
(ΦΕΚ 83 Α') ή άλλων ειδικών νόμων, που αποσκοπούν στην εξυγίανση φορέων του
ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Άρθρο 6 - Μείωση ασφαλιστικών εισφορών

1. Μειώνεται κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες η υπέρ του κλάδου κύριας σύνταξης του Ι.Κ.Α.
εισφορά του εργοδότη για τους μισθωτούς πλήρους απασχόλησης που παρέχουν εξαρτημένη
εργασία, αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό ή με ημερομίσθιο, εφόσον πραγματοποιούν ημέρες
εργασίας ίσες με τον αριθμό των εργάσιμων ημερών κατά μήνα. Η μείωση παρέχεται εφόσον
οι μηνιαίες αποδοχές, μη συνυπολογιζομένων των υπερωριών, δεν υπερβαίνουν τα εξακόσια
ευρώ.
Η μείωση υπολογίζεται μόνο στις εμπρόθεσμες καταβαλλόμενες εισφορές.
[Η παρ.1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 32 Ν.2972/2001 (ΦΕΚ Α΄ 291)]
2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και
στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
3. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για μισθωτούς που υπάγονται στην
ασφάλιση του Ι.Κ.Α. μέσω ειδικών κανονισμών ασφάλισης ή αμείβονται με κυμαινόμενες
αποδοχές, καθώς και για τους εργαζόμενους συνταξιούχους.
4. Τα ποσά που προκύπτουν από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 μείωση της
εργοδοτικής εισφοράς καταβάλλονται στο Ι.Κ.Α. από το Δημόσιο. Με απόφαση των
Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται η διαδικασία
και ο τρόπος της είσπραξης από το Ι.Κ.Α. των μη αποδιδόμενων εργοδοτικών εισφορών.
5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την 1.4.2001 έως την 31.12.2003.
6. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
μπορεί να αναπροσαρμόζονται το ποσοστό της μείωσης και το ύψος των αποδοχών, καθώς
και να παρατείνεται ο χρόνος ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 7 - Προσαύξηση αμοιβής των μερικώς απασχολούμενων

Στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α'), που αντικατέστησε το
άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α'), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι αποδοχές των μερικώς απασχολούμενων μισθωτών προσαυξάνονται κατά επτάμισι τοις
εκατό (7,5 %), εφόσον αμείβονται με το κατώτατο, κατά τις κείμενες διατάξεις, όριο αποδοχών
και το ωράριο απασχόλησής τους είναι μικρότερο των τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως.»

Άρθρο 8 - Κίνητρο επανένταξης μακροχρόνια ανέργων στην αγορά εργασίας

1. Σε μακροχρόνια ανέργους, που προσλαμβάνονται με σύμβαση μερικής απασχόλησης
τουλάχιστον τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως, χορηγείται από τον Οργανισμό Απασχόλησης
Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), ως κίνητρο επανένταξης στην ενεργό απασχόληση, μηνιαία
οικονομική ενίσχυση ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών κατά τη διάρκεια της σχέσης
εργασίας με ανώτατο όριο τους δώδεκα (12) μήνες.
2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία εκδίδεται
ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται οι κατηγορίες των δικαιούχων της
ανωτέρω οικονομικής ενίσχυσης, τα κριτήρια, οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης αυτής, η
διαδικασία χορήγησης και καταβολής της, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την
εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ύψος του
ποσού της οικονομικής ενίσχυσης.

Άρθρο 9 - Τροποποιήσεις του Ν. 1387/1983

1. Το εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 1387/1983 (ΦΕΚ 110 Α')
αντικαθίσταται ως εξής:
«α) τέσσερις (4) εργαζόμενοι για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν είκοσι (20)
έως διακόσια (200) άτομα.»
2. Το ποσοστό που προβλέπεται στο εδάφιο β' της παραγράφου 2 του Ν. 1387/1983 (ΦΕΚ
110 Α') εφαρμόζεται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από
διακόσιους (200) εργαζόμενους.
3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 5 του Ν. 1387/1983 (ΦΕΚ 110 Α'), που προστέθηκε με τη
παράγραφο 1 του άρθρου 15 του Ν. 2736/1999 (ΦΕΚ 172 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Σε ομαδικές απολύσεις, που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της
επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής απόφασης, δεν εφαρμόζονται οι
παράγραφοι 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.»

Άρθρο 10 - Καταβολή εισφορών για μακροχρόνια ανέργους

1. Άνεργοι επί δώδεκα (12) τουλάχιστον συνεχείς μήνες, ηλικίας εξήντα (60) ετών
συμπληρωμένων για τους άνδρες και πενήντα πέντε (55) ετών συμπληρωμένων για τις
γυναίκες, στους οποίους υπολείπονται μέχρι πέντε (5) έτη για τη θεμελίωση δικαιώματος
πλήρους σύνταξης από τον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α., σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις,
δικαιούνται να ζητήσουν την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισής τους μέχρι τη συμπλήρωση
του ελάχιστου αριθμού ημερών ασφάλισης για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού τους
δικαιώματος, με πλήρη κάλυψη της σχετικής δαπάνης από τους πόρους του κλάδου με την
επωνυμία «Λογαριασμός για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση» (Λ.Α.Ε.Κ.),
που έχει συσταθεί με το Ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188 Α') στον Οργανισμό Απασχόλησης
Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.).
2. Δικαιούχοι είναι οι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης που
ασφαλίζουν μισθωτούς, οι οποίοι για κύρια σύνταξη είναι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α.,
ανεξάρτητα από το χρόνο εισόδου στην ασφάλιση και από το χρόνο διακοπής της
υποχρεωτικής ασφάλισής τους, εφόσον έχουν εγγραφεί ως άνεργοι στον Ο.Α.Ε.Δ. για χρονικό
διάστημα δώδεκα (12) τουλάχιστον συνεχών μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης για
την υπαγωγή τους στις διατάξεις του παρόντος, εξακολουθούν να είναι άνεργοι και κατέχουν
κάρτα ανεργίας ανανεούμενη ανά μήνα.
3. Κατά τα λοιπά παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις για την προαιρετική συνέχιση της
ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, οι
οποίοι για κύρια σύνταξη είναι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α.. Οι ασφαλισμένοι του Ι.Κ.Α. που
ανήκουν στις κατηγορίες των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, ηλικίας πενήντα πέντε
(55) ετών συμπληρωμένων για τους άνδρες και πενήντα (50) ετών συμπληρωμένων για τις
γυναίκες και πληρούν τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων 1 και 2, μπορούν
κατ' εξαίρεση να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος και να συνεχίσουν προαιρετικά την
ασφάλισή τους με κάλυψη των αναλογουσών εισφορών τους επίσης από τον κλάδο του
Λ.Α.Ε.Κ. του Ο.Α.Ε.Δ.. Ο χρόνος της προαιρετικής ασφάλισης στην περίπτωση αυτή δεν
αναγνωρίζεται ως διανυθείς στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
4. Ο κλάδος με την επωνυμία «Λογαριασμός για την Απασχόληση και την Επαγγελματική
Κατάρτιση» (Λ.Α.Ε.Κ.) του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)
καταβάλλει μηνιαία εισφορά στο Ι.Κ.Α. και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης που
ασφαλίζουν μισθωτούς, οι οποίοι για κύρια σύνταξη είναι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α., ίση με τη
μηνιαία εισφορά που θα πλήρωναν οι άνεργοι που εντάσσονται στις διατάξεις του παρόντος
για προαιρετική συνέχιση της κύριας και επικουρικής ασφάλισής τους.
5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται ο
ελάχιστος αριθμός ημερών ασφάλισης που πρέπει να συγκεντρώνει ο μακροχρόνια άνεργος,
η διαδικασία, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ο τρόπος απόδοσης των εισφορών στο Ι.Κ.Α.
και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, οι οποίοι για κύρια
σύνταξη είναι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α., οι αποδοχές με βάση τις οποίες γίνεται ο υπολογισμός
για την καταβολή των εισφορών και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων
του παρόντος. Ο καθορισμός του χρόνου διάρκειας του δικαιώματος των μακροχρόνια
ανέργων γίνεται με όμοια υπουργική απόφαση μετά τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής
διαχείρισης της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του Ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188 Α') που εγκρίνεται
από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Α.Ε.Δ..

Άρθρο 11 - Άδεια μητρότητας

1. Κυρώνεται και αποκτά ισχύ νόμου η διάταξη του άρθρου 7 της Εθνικής Συλλογικής
Σύμβασης Εργασίας της 23.5.2000 (πράξη κατάθεσης στον Υπουργό Εργασίας
31/23.5.2000), η οποία έχει ως εξής:
«Χορηγείται μία επιπλέον εβδομάδα άδειας στις εργαζόμενες μετά τον τοκετό (άδεια λοχείας).
Η συνολική διάρκεια της άδειας μητρότητας αναπροσαρμόζεται κατ' αυτόν τον τρόπο σε
δεκαεπτά (17) εβδομάδες.
Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι ρυθμίσεις του άρθρου 7 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. του 1993.»
2. Η καταβολή του επιδόματος λοχείας που χορηγείται από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς
που ασφαλίζουν μισθωτές, αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων,
επεκτείνεται κατά μία (1) επιπλέον εβδομάδα και ανέρχεται σε εννέα (9) συνολικά. Κατά τα
λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α').

Άρθρο 12 - Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας

1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α') προστίθεται δεύτερο
εδάφιο ως εξής:
«Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα ορίζονται και:
(α) οι προδιαγραφές για τη σύσταση των Ιδιωτικών Γραφείων Συμβούλων Εργασίας,
(β) οι όροι, προϋποθέσεις, προδιαγραφές, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, οι λόγοι και η
διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας παραρτημάτων, καθώς και οι λόγοι και η διαδικασία
ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτών,
(γ) οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται για την παράβαση των διατάξεων της
νομοθεσίας.»
2. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 5 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α') προστίθεται τρίτο και
τέταρτο εδάφιο ως εξής:
«Τα Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας υποχρεούνται να παρέχουν στο Υπουργείο
Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα στοιχεία που αφορούν στον αριθμό των θέσεων
εργασίας για τις οποίες μεσολάβησαν το προηγούμενο εξάμηνο ανά ειδικότητα, επίπεδο
εκπαίδευσης και κατηγορία (άνεργος ή μη) και να συνεργάζονται με τον Οργανισμό
Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) και το Εθνικό Παρατηρητήριο Απασχόλησης
(Ε.Π.Α.). Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζεται ο
τρόπος, η διαδικασία και η μορφή συνεργασίας των Ιδιωτικών Γραφείων με τον Ο.Α.Ε.Δ. και
το Εθνικό Παρατηρητήριο Απασχόλησης (Ε.Π.Α.) και καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια
για την τήρηση των υποχρεώσεών τους προς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών
Ασφαλίσεων και το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.).»
3. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που έχουν ως αντικείμενο τη μεσολάβηση με
οποιονδήποτε τρόπο για την εξεύρεση θέσεων εργασίας σε ημεδαπούς ή αλλοδαπούς και
λειτουργούν, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, χωρίς άδεια λειτουργίας, μπορούν
να υποβάλλουν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετική αίτηση για
χορήγηση της άδειας αυτής μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών,
που αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Η ως άνω άδεια χορηγείται με τους όρους,
τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του παρόντος άρθρου και των κατ' εξουσιοδότηση του
παρόντος προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων.
4. Στο τέλος του άρθρου 5 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α') προστίθεται τελευταία
παράγραφος ως εξής:
«Στα Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας και τυχόν παραρτήματά τους, που λειτουργούν
χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων αδείας ή συνεχίζουν να λειτουργούν κατά
παράβαση των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος ή μεσολαβούν για
παράνομη απασχόληση, επιβάλλονται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Επιθεωρητή
Εργασίας και ύστερα από πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων οι εξής διοικητικές
κυρώσεις: α) πρόστιμο ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων 2.000.000 δραχμών, β)
προσωρινή διακοπή της λειτουργίας τους μέχρι ένα (1) μήνα. Με απόφαση του Υπουργού
Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του
Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε), να τους επιβληθεί προσωρινή διακοπή
μεγαλύτερη του ενός (1) μηνός μέχρι και οριστική διακοπή της λειτουργίας τους.
Η πράξη επιβολής προστίμου, κατά τα ανωτέρω, κοινοποιείται με απόδειξη στον παραβάτη
και αποτελεί έσοδο του Δημοσίου. Κατά της πράξης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγή
ουσίας μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κοινοποίησή της ενώπιον του διοικητικού
πρωτοδικείου. Η προσφυγή είναι απαράδεκτη αν δεν κοινοποιηθεί στην αρμόδια υπηρεσία
του Σ.ΕΠ.Ε. μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάθεσή της. Η άσκηση της προσφυγής έχει
ανασταλτικό χαρακτήρα για το 80% του προστίμου. Από την αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε.
βεβαιώνεται το 20% του επιβληθέντος προστίμου με την άσκηση της εμπρόθεσμης
προσφυγής, το οποίο εισπράττεται από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.)
ως δημόσιο έσοδο. Με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών
Ασφαλίσεων μπορεί να ρυθμίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Για την επιβολή των
παραπάνω διοικητικών κυρώσεων συνεκτιμώνται η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν
επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες
παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν και ο βαθμός
υπαιτιότητας. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής
γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και
Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να
αυξάνονται τα όρια του προβλεπόμενου στη διάταξη αυτήν προστίμου.»
5. Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του ίδιου
άρθρου του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α') καταργούνται.
6. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του Π.Δ. 160/1999 (ΦΕΚ 157 Α') προστίθεται δεύτερο
εδάφιο ως εξής:
«Το τίμημα μεσολάβησης για συμβάσεις εργασίας στελεχών, των οποίων οι μηνιαίες
αποδοχές υπερβαίνουν το επταπλάσιο του κατώτατου ορίου αποδοχών, όπως εκάστοτε
καθορίζεται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Τ.Σ.Σ.Ε.),
διαμορφώνεται ύστερα από συμφωνία του Ιδιωτικού Γραφείου και του εργοδότη που
προσλαμβάνει το στέλεχος. Η διαμεσολάβηση γίνεται σε κάθε περίπτωση χωρίς οικονομική
επιβάρυνση του εργαζομένου.»
7. Στο άρθρο 3 παρ. 3, στο άρθρο 4 παρ. 3 και στο εδάφιο 5 του άρθρου 5 του Π.Δ. 160/1999
(ΦΕΚ 157 Α') η φράση «που διοικούν» αντικαθίσταται με τη φράση «που διευθύνουν το
Ιδιωτικό Γραφείο».

Άρθρο 13 - Γνωμοδοτική Επιτροπή για χορήγηση άδειας ΕΞ.Υ.Π.Π.

1. Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνιστάται γνωμοδοτική επιτροπή
για θέματα χορήγησης αδειών λειτουργίας των Εξωτερικών Υπηρεσιών Προστασίας και
Πρόληψης (ΕΞ.Υ.Π.Π.) που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5 του Π.Δ. 17/1996 (ΦΕΚ 11 Α')
και στο Π.Δ. 95/1999 (ΦΕΚ 102 Α').
2. Μέλη της Γνωμοδοτικής Επιτροπής ΕΞ.Υ.Π.Π. είναι: δύο υπάλληλοι του Υπουργείου
Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ένας υπάλληλος από το Υπουργείο Υγείας και
Πρόνοιας, ένας εκπρόσωπος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε Ε.), ένας
εκπρόσωπος των εργοδοτών που υποδεικνύεται από κοινού από το Σύνδεσμο Ελληνικών
Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), από τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων
Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.) και την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.) και
τρεις εκπρόσωποι επιστημονικών φορέων από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.),
την Ένωση Ελλήνων Χημικών (Ε.Ε.Χ.) και τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο (Π.Ι.Σ.).
3. Χρέη προέδρου στην επιτροπή ασκεί ο ανώτερος στο βαθμό υπάλληλος του Υπουργείου
Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στην περίπτωση ομοιοβάθμων εκείνος που έχει τα
περισσότερα χρόνια υπηρεσίας στο βαθμό.
4. Έργο της επιτροπής είναι ο έλεγχος των υπό αδειοδότηση ΕΞ.Υ.Π.Π. και η σχετική
γνωμοδότηση προς την αρμόδια Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών
Ασφαλίσεων. Στη γνωμοδότηση αναφέρονται και οι απόψεις των μειοψηφούντων μελών της
επιτροπής.
5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται
ειδικότερα τα της συγκρότησης και λειτουργίας της Επιτροπής, τα των αρμοδιοτήτων και του
τρόπου άσκησης του έργου της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με απόφαση των
Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται τα της
αποζημιώσεως των μελών της ανωτέρω επιτροπής.

Άρθρο 14 - Δευτεροβάθμιες Επιτροπές του Ν. 2643/1998

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 10 του Ν. 2643/1998 (ΦΕΚ 220 Α') προστίθεται τελευταίο
εδάφιο ως εξής:
«Οι Δευτεροβάθμιες Επιτροπές εξετάζουν τόσο τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης
όσο και την ουσία της υπόθεσης και μπορούν να ακυρώνουν εν όλω ή εν μέρει την πράξη ή
να την τροποποιούν, προβαίνοντας αναλόγως και σε τοποθέτησή του προσφεύγοντος, ή να
απορρίπτουν την προσφυγή.»
 
 στη Βιβλιοθήκη μου
  Εκτύπωση
Μοιραστείτε: 
 

Τα σχόλια έχουν κλείσει.