Εργατικοί Νόμοι

Νόμος :

Άρθρο μόνον - Κύρωση διατάξεων Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 1975

1. Η από 26.2.75 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβασις Εργασίας «περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών» δημοσιευθείσα δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ-276 Β' τεύχος Β’ της 4.3.1975) δυνάμει της υπ' αριθ. 11.400/75 αποφάσεως του Υπουργού Απασχολήσεως και ής το κείμενον παρατίθεται εν τέλει του παρόντος, θεωρείται έγκυρος καθ' όλας αυτής τας διατάξεις, από του συνομολογηθέντος χρόνου, προσέτι δε ότι πληροί άπαντας τους υπό των διατάξεων του Ν. 3239/55, ως ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν μεταγενεστέρως, τιθεμένους όρους, προυποθέσεις και περιορισμούς.
2. Επιφυλασσομένης της ισχύος των διατάξεων της παρ. άρθρου 15 του Ν. 3239/1955, δύναται δι' ομοίων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή αποφάσεων η περί ής η προηγουμένη παράγραφος εθνική γενική συλλογική σύμβασις εργασίας και διαρκούντος έτι του συμβατικού χρόνου ισχύος αυτής, επί τω τέλει απροσκόπτου εφαρμογής των δι' αυτής εισαγομένων θεσμών, ιδία δε της 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας και της εβδομάδος των 5 εργασίμων ημερών. Αι κατά την παρούσαν παράγραφον συλλογικαί συμβάσεις εργασίας ή αποφάσεις διαιτησίας δύναται να ορίζουν ότι η ισχύς των άρχεται από 1 Ιουλ. 1975.
3. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Άρθρον 1 - Ίση αμοιβή Αρρένων-Θηλέων

1. Επί τω σκοπώ εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής δι’ίσην εργασίαν αρρένων και θηλέων, το γενικόν κατώτατον όριον ημερομησθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) των παρ’οιωδήποτε εργοδότη, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, απασχολουμένων εργατοτεχνιτριών, μετά την συμπλήρωσιν του 18ου έτους της ηλικίας των, ανεξαρτήτως προϋπηρεσίας ή προκειμένου περί μαθητευόμενων γυναικών μηχανοτεχνιτριών του κλάδου της σιδηροβιομηχανίας, μετά την συμπλήρωσιν του 18ου έτους της ηλικίας των και ενός τουλάχιστον έτους απασχολήσεως εν των κλάδω από 1ης Ιουλίου 1975, πρσδιορίζεται είς ποσοστόν του εκάστοτε ισχύοντος γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου εργατοτεχνίτου, υπό τας αυτάς προϋποθέσεις ηλικίας και υπηρεσίας.

2.Διαρκούσης της μεταβατικής περιόδου και μέχρι της πλήρους εξισώσεως των γενικών καταωτάτων ορίων ημερομησθίων (ημερομισθίων ασφαλείας) των εργατοτεχνιτών και εργατοτεχνιτριών, των κεκτημένων τας κατά την προηγούμενην παράγραφον προϋποθέσεις ηλικίας και χρόνου υπηρεσίας, διατηρείται αμετάβλητον το δια της από 25.2.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας «περί αναπροσαρμογής των γενικών κατωτάτων ορίων ημερομισθίων κλπ.» διαμορφούμενον γενικόν κατώτατον όριον ημερομισθίου εργατοτεχνίτριας συμπληρωσάσης το 16ον έτος της ηλικίας της, μέχρι της υπερκαλύψεως τούτου υπό των γενικών κατωτάτων ορίων ημερομισθίων μαθητευομένων. Δια τον αυτόν σκοπόν, τα γενικά κατώτατα όρια ημερομησθίων μαθητευομένων αμφοτέρων των φύλων, προσδιορίζονται από 1ης Ιουλίου 1975, εις ποσοστόν του εκάστοτε ισχύοντος γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου (ημερομησθίου ασφαλείας) εργατοτεχνίτου, κεκτημένου τας προϋποθέσεις ηλικίας και προϋπηρεσίας της παρ.1 του παρόντος άρθρου.

3. Τα γενικά κατώτατα όρια ημερομισθίων εργατοτεχνιτριών, κεκτημένων τας προϋποθέσεις

της παρ.1 και μαθητευομένων αμφοτέρων των φύλων, προσδιορίζονται είς ποσοστόν του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου εργατοτεχνίτου, ως ακολούθως:













































Κατηγορίαι

 
Από

1.7.75
Από

1.7.76
Από

1.7.77
Από

1.7.78
α) Εργατοτεχνίτριαι:

 
91%

 
94%

 
97%

 
100%

 
β) Μαθητευόμενοι:

 
       
(1) Κατά το 1ον έτος υπηρεσίας παρά τω αυτώ εργοδότη

 
57%

 
60%

 
61%

 
65%

 
(2) Κατά το 2ον έτος υπηρεσίας παρά τω αυτώ εργοδότη

 
65%

 
68%

 
71%

 
75%

 
(3) Κατά το 3ον έτος υπηρεσίας παρά τω αυτώ εργοδότη

 
75%

 
78%

 
81%

 
85%

 

 

Άρθρον 2 - Άδειαι αναπαύσεως μετ’αποδοχών

1. Ο ελάχιστος αριθμός ημερών αδείας μετ’αποδοχών, ως δικαιούνται οι, υπό την ιδιότητα του τεχνίτου, του εργάτου ή του υπηρέτου, μισθωτοί, μετά την συμπλήρωσιν του βασικού χρόνου, ορίζεται ως ακολούθως:
α) Προκειμένου περί των μισθωτών τούτων, περί ως το εδαφ. β΄ της παραγρ.1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45.
(1) Είς δέκα (10) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1975.
(2) Είς ένδεκα (11) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1976.
(3) Είς δώδεκα (12) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, κατά το έτος 1977 και επέκεινα.
β) Προκειμένου περί των μισθωτών τούτων, περί ων το εδάφ. δ΄ της παραγρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45:
(1) Είς επτά (7) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1975.
(2) Είς οκτώ (8) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1976 και επέκεινα.
2. Η, κατά την προηγούμενην παράγραφον διάρκεια της ετήσιας αδείας μετ’αποδοχών, επαυξάνεται κατά μίαν εργάσιμον ημέραν, δι’εκάστην, πλέον του βασικού χρόνου, εξαμηνίαν απασχολήσεως, χωρίς να δύναται εν συνόλω να υπερβή, κατά το τρέχον και τα επόμενα έτη:
α) Προκειμένου περί μισθωτών, περί ων το εδαφ.β΄ της παραγρ.2 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45:
(1) Τας είκοσι (20) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1975.
(2) Τας είκοσι τρείς (23) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1976.
(3) Τας είκοσιν έξ (26) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1977 και επέκεινα.
β) Προκειμένου περί μισθωτών, περί ων το εδαφ. δ΄ της παραγρ.2 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/45.
(1) Τας δέκα τέσσαρας (14) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1975.
(2) Τας δέκα εξ (16) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1976.
(3) Τας δέκα οκτώ (18) αλλεπαλλήλους εργασίμους ημέρας, από της ισχύος της παρούσης και δια το τρέχον έτος 1977 και επέκεινα.
3. Μισθωτοί, εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, τύχοντες δια το τρέχον έτος και μέχρι της ενάρξεως ισχύος της παρούσης, αδείας μετ’ αποδοχών διαρκείας μικροτέρας της δια της παρούσης οριζόμενης, δικαιούνται της προκυπτούσης διαφοράς συμπληρωματικώς, εις χρόνον ορισθητόμενον κατά την κρίσιν του εργοδότου, εντός του τρέχοντος έτους.
4. Αι προϋποθέσεις, όροι, περιορισμοί, διαδικασία παροχής των αδειών μετ’αποδοχών, ως και ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών της αδείας και του επιδόματος αδείας, ως ορίζονται υπό του Α.Ν. 539/45 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων τούτον νόμων, ισχύουν και εν προκειμένω, ως επίσης ισχύουν και εφαρμόζονται πλήρως, πάσαι αι ευνοϊκώτεραι διατάξεις των αυτών ως άνω νόμων και των εις εκτέλεσιν τούτων εκδοθέντων διαταγμάτων και των εν ισχύι συλλογικών συμβάσεων, αποφάσεων διαιτησίας, εσωτερικών κανονισμών ή άλλων διατάξεων.
5. Εν περιπτώσει εφαρμογής συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας πέντε (5) εργασίμων ημερών, ως εργάσιμος ημέρα δια τον προσδιορισμόν του χρόνου διαρκείας της αδείας μετ’ αποδοχών, λογίζεται και το Σάββατον ή η άλλη ημέρα καθ’ ήν ως εκ του συστήματος δεν απασχολούνται οι μισθωτοί.

Άρθρον 3 - Χρονικά Όρια Εργασίας

1. Από 1 Ιουλίου 1975 ορίζονται εις 45 αί ώραι εβδομαδιαίας εργασίας του προσωπικού των επιχειρήσεων, εκμεταλεύσεων και εργασιών, του υποκειμένου είς την παρούσαν.
Ή, καθ’υπέρβασιν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως του 48ώρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, απασχόλησις των μισθωτών τούτων, λογίζεται ως υπερεργασία κατά την έννοιαν του άρθρου 659 του Α.Κ.
2. Υπό τους περιορισμούς του άρθρου 6, ή πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως, απασχόλησις του μισθωτού και μέχρι συμπληρώσεως του 48ώρου, απόκειται είς την κρίσιν του εργοδότου, του μισθωτού υποχρεουμένου είς την παροχήν της εργασίας.
3. Ωράρια εβδομαδιαίας εργασίας, ισχύοντα η συμβατικώς εφαρμοζόμενα, ελάσσονα των 45 ωρών, δεν θίγονται δια της παρούσης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Η εφαρμογή όμως είς τας περιπτώσεις ταύτας, συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας πέντε (5) εργασίμων ημερών, διέπεται υπό των διατάξεων της παρούσης.
4. Επί των επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασιών, ων η συνεχής λειτουργία, επιβαλλόμενη εκ της φύσεως αυτών, διασφαλίζεται δια διαδοχικών εναλλαγών προσωπικού, εφαρμόζονται αποκλειστικώς αι διατάξεις του Π.Δ. της 27ης Ιουνίου/ 4 Ιουλίου 1932 «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων», ως αύται ισχύουν νύν, συμπληρωματικώς δε αι διατάξεις των άρθρων 4,5 και 6 της παρούσης.
5. Επί του προσωπικού κινήσεως των αστικών και υπεραστικών λεωφορείων, των ηλεκτροκίνητων λεωφορείων, των ατμηλάτων δηζελοκινήτων και ηλεκτροκινήτων σιδηροδρόμων, ως και επί των οδηγών, συνοδηγών και βοηθών των φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, των τουριστικών λεωφορείων, των αγοραίων επιβατικών αυτοκινήτων και των ταξί, εφαρμόζονται αποκλειστικώς αι περί αυτών ισχύουσαι διατάξεις, περί χρονικών ορίων εργασίας, συμπληρωματικώς δε αι διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 της παρούσης.

Άρθρον 4 - Αμοιβή Υπερεργασίας

1. Πέραν της συμπεφωνημένης ή νομίμου αμοιβής δια 48ωρον εβδομαδιαίας εργασίας, οφειλομένης από της 1ης Ιουλίου 1975 δι’εργασίαν 45 ώρων εβδομαδιαίως, εργοδόται, απασχολούντες τους παρ’αυτοίς μισθωτούς, μέχρι συμπληρώσεως 48ώρου εβδομαδιαίας εργασίας, υποχρεούνται είς καταβολήν συμπληρωματικής αμοιβής, οριζόμενης ως ακολούθως:
α) Από 1 Ιουλίου 1975 μέχρι 30 Ιουνίου 1976, δι’εκάστην ώραν απασχολήσεως, πέραν των 45 και μέχρι συμπληρώσεως 48 ωρών εβδομαδιαίως εργασίας, το είς αυτήν αντιστοίχουν ωρομίσθιον.
β) Από 1 Ιουλίου 1976 μέχρι 30 Ιουνίου 1977, δι’εκάστην ώραν απασχολήσεως, πέραν των 45 και μέχρι συμπληρώσεως 47 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, το είς αυτήν αντιστοιχούν ωρομίσθιον, δια δε την 48ην ώραν το ωρομίσθιον προσαυξημένον κατά 25%.
γ) Από 1 Ιουλίου 1977 μέχρι 30 Ιουνίου 1978, δια την 46ην ώραν, το είς αυτήν αντιστοιχούν ωρομίσθιον, δι’εκάστην δε ώραν πέραν των 46 και μέχρι συμπληρώσεως των 48 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, το αντιστοιχούν ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%.
δ) Από 1 Ιουλίου 1978 και επέκεινα, δι’εκάστην ώραν απασχολήσεως, πέραν των 45 και μέχρι συμπληρώσεως 48 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, το αντιστοιχούν ωρομίσθιον προσηυξημένον κατά 25%.
2.Εάν αί, πέραν των 45 και μέχρι συμπληρώσεως των 48 ώραι απασχολήσεως του μισθωτού εμπίπτουν είς τα όρια της νυκτερινής εργασίας ή της εργασίας κατά Κυριακάς και εξαιρεσίμους, εκτός του, ως η προηγούμενη παράγραφος ωρομισθίου, οφείλονται και αι προσαυξήσεις, περί ων αι υπ’άριθ. 8900/1946, 18310/46 και 25825/51 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας.
3. Μισθωτοί επιχειρήσεων , εκμεταλεύσεων ή εργασιών, ων η συνεχής λειτουργία, ως εκ της φύσεως αυτών, πρέπει να εξασφαλίζηται δια διαδοχικών εναλλαγών προσωπικού, απασχολούμενοι πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι του ανωτάτου ορίου των 56 ωρών, δικαιούνται προσθέτως της κανονικής των αμοιβής τριών ωρομισθίων καθ’εβδομάδα, απλών ή προσαυξημένων κατά τα εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενα υπό τον όρον ότι η απασχόλησις κατά την κρίσιμον εβδομάδα υπερέβη τας 48 ώρας. Εάν η απασχόλησις υπερέβη μεν τα 45 ώρας ούχι όμως και τας 48, εφαρμόζονται και εν προκειμένω αι λοιπαί διατάξεις του παρόντος άρθρου.
4. Επί μισθωτών, περί ων η παράγραφος 5 του προηγούμενου άρθρου, απασχολουμένων πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι του δια τούτους οριζόμενου υπό των κειμένων διατάξεων ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας απασχολήσεως, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις της παραγρ. 3 του παρόντος άρθρου.
5. Αι, περί της καταβολής συμπληρωματικής αμοιβής δι’απασχόλησιν πέραν των 45 και μέχρι 48 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, μέχρι 56 ωρών ή του τυχόν μεγαλυτέρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας απασχολήσεως διατάξεις του παρόντος άρθρου, δεν έχουν εφαρμογήν επί των μισθωτών των αμειβομένων κατ’άλλον σύστημα πλήν του επί μισθώ ή ημερομησθίω. Προκειμένου, όμως, περί μισθωτών αμειβομένων δια μικτού συστήματος, αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως, προσδιοριζομένου του οφειλομένου ωρομισθίου και των προσαυξήσεων επί τη βάσει του συμπεφωνημένου ή νομίμου, τακτικώς δε και περιοδικώς καταβαλλομένου μισθού ή ημεσομισθίου.
6. Εν περιπτώσει μειώσεως των ωρών εργασίας μέχρι 45 εβδομαδιαίως, οι κατά μονάδα εργασίας ή κατ’άλλον σύστημα, πλήν του επί μισθώ ή ημερομίσθιω, αμειβόμενοι μισθωτοί δικαιούνται καθ’εβδομάδα της τυχόν προκυπτούσης διαφοράς μεταξύ του κατά το εφαρμοζόμενον σύστημα αμοιβής των, προϊόντος και του εξαπλασίου του γενικού κατωτάτου ορίου ημερομισθίου ή κατά την οικείαν συλλογικήν σύμβασιν κατωτάτου ορίου ημερομισθίου της ειδικότητος των.

Άρθρον 5 - Ωρομίσθιον Υπερεργασίας

1.Προκειμένου περί των επί μισθώ αμειβομένων μισθωτών, δια την εξεύρεσιν του ωρομισθίου των, τα 6/25 του συμπεφωνημένου ή νομίμου μισθού διαιρούνται δια του αριθμού 45. Δια την εξεύρεσιν του ωρομισθίου των επί ημερομισθίω αμειβομένων μισθωτών, το ποσόν των 6 πλήρων (συμπεφωνημένων ή νομίμων) ημερομισθίων, διαιρείται ομοίως δια του αριθμού 45. Καθ’ομοίον τρόπον εξευρίσκεται το ωρομίσθιον των δια μικτού αμειβομένων μισθωτών. Επί μισθωτών, δι’ούς ισχύει η εφαρμοζεται ωράριον εβδομαδιαίας εργασίας έλασσον των 45 ωρών, ο διαιρέτης ορίζεται ίσος προς τον αριθμόν των ωρών της εβδομαδιαίας εργασίας των.
2. Αι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως από της αυτής ημερομηνίας ήτοι: 1 Ιουλίου 1975, δια τον υπολογισμόν, τόσον της συμπληρωματικής αμοιβής δι’υπερεργασίαν πέραν των 45 ωρών, όσον και κατά πάσαν περίπτωσιν
προσδιορισμού του ωρομισθίου, ως επί των περιπτώσεων υπολογισμού της αμοιβής και της προσαυξήσεως δι’υπερωριακήν εργασίαν και των προσαυξήσεων δι’εργασίαν κατά τας Κυριακάς, εξαιρετέας και νυκτερινάς ώρας.

Άρθρον 6 - Εβδομάς πέντε εργασίμων ημερών - Συστήματα εβδομαδιαίας Εργασίας

1. Κατά την μεταβατικήν περίοδον, ήτοι από 1ης Ιουλίου 1975 μέχρι 30 Ιουνίου 1978, επιτρέπεται υπέρβασις του ανωτάτου ορίου της ημερησίας εργασίας μέχρι μιας (1) ώρας και τριάκοντα πέντε (35) λεπτών, της υπερβάσεως ταύτης μη λογιζόμενης ως υπερωρίας, υπό την προϋπόθεσιν ότι αι κατά το άρθρον 8 υποκείμεναι επιχειρήσεις, εκμεταλεύσεις ή εργασίαι:
α) Δεν απασχολούν τους υποκειμένους μισθωτούς κατά το Σάββατον ή κατά μίαν άλλην εργάσιμον ημέραν της εβδομάδος.
β) Καταβάλλουν πλήρες το ημερομήσθιον των ημερών τούτων.
γ) Το σύνολο των ωρών απασχολήσεως καθ’εβδομάδα, δεν υπερβαίνει τας 48 ώρας.
2. Από της 1 Ιουλίου 1978 ή, κατά την προηγούμενην παράγραφον, υπέρβασις του ανωτάτου ορίου της ημερησίας εργασίας περιορίζεται είς μίαν μόνον ώραν, καθ’εκάστην.
Από της αυτής ημερομηνίας, 1 Ιουλίου 1978, επιτρέπεται, κατά την κρίσιν των υποκειμένων εργοδοτών, η μέχρι τριών ωρών εβδομαδιαίως, πέραν της 45ώρου εργασίας, υπερωριακή απασχόλησις των μισθωτών, ήτις δεν συμψηφίζεται είς τα κατά τας κείμενας διατάξεις, επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχολήσεως.
3.Υπό τας προϋποθέσεις των εδαφίων α΄και β΄της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, επιτρέπεται η υπέρβασις του ανωτάτου ορίου της ημερισίας εργασίας και δη μέχρι συμπληρώσεως ημερησίως θώρου εργασίας, είς επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή εργασίας, είς άς ισχύει ή εφαρμόζεται ωράριον εβδομαδιαίας εργασίας έλασσον των 45 ωρών, υπό τον πρόσθετο όρον ότι δεν επέρχεται επαύξησις του ισχύοντος ή εφαρμοζομένου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας.
4. Η εφαρμογή συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας πέντε (5) εργασίμων ημερών, υπό τους περιορισμούς και προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου, απόκειται εις την κρίσιν του εργοδότου.
Κατά πάσαν περίπτωσιν δια του παρόντος άρθρου δεν θίγεται η ισχύς του άρθρου 3 παρ.1 του Ν.Δ. 4020/59.

Άρθρον 7 - Εκπαίδευσις Συνδικαλιστικών Στελεχών

1. Επί τω σκοπώ διευκολύνσεως της εκπαιδεύσεως και επιμορφώσεως συνδικαλιστικών στελεχών και αναδείξεως τοιούτων μεταξύ των εργαζομένων, αι επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίαι, αι απασχολούσαι 100 και άνω μισθωτούς, υποχρεούνται είς την χορήγησν προσθέτου κανονικής αδείας μετ’αποδοχών, διαρκείας μέχρι δύο (2) εβδομάδων κατ’έτος, είς μισθωτούς επιλεγομένους προς τον σκοπόν αυτόν υπό της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος και είς αναλογίαν 1% επί του υπ’αυτών απασχολουμένου προσωπικού. Ο αριθμός των επιλεγόμενων κατ’έτος, δεν δύναται να είναι ελάσσων των 3 μισθωτών ουδέ μείζων των 15.
2. Αι, κατά τα’ανωτέρω, άδειαι χορηγούνται, εφ’όσον η σχετική αίτησις της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος συνοδεύεται υπό αναλυτικού προγράμματος εκπαιδεύσεως, καλύπτοντος τον χρόνο διάρκειας της αδείας, εγκεκριμένου υπό του τριμερούς συνθέσεως Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας.

Άρθρον 8 - Πεδίον εφαρμογής

1. Αι διατάξεις της παρούσης Εθνική Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας δεν εφαρμόζονται καθ’ολοκληρίαν επί:
α) Των πληρωμάτων των πλοίων της εμπορικής ναυτιλίας.
β)Των φορτοεκφορτωτών ξηράς και λιμένων, των διεπομένων υπό της νομοθεσίας ρυθμίσεως των είς τους λιμένας φορτοεκφορτωτικών εργασιών και της φορτοεφορτωτικής εργασίας ξηράς και
γ) των επί τιμολογίω η κατά μονάδα εργασίας αμειβομένων και είς μη σταθερον εργοδότην απασχολούμενων.
2.Οι οικιακοί βοηθοί και το εν γένει οικόσιτον προσωπικόν δεν υπάγεται είς τας λοιπάς, πλήν του άρθρου 2, διατάξεις της παρούσης.
3. Υπό την επιφύλαξιν της ισχύος της επομένης παραγράφου δεν υπάγονται είς την παρούσαν οι αμέσως είς την καλλιέργειαν γεωργικών προϊόντων η είς την κτηνοτροφίαν, την αλιείαν και τας δασικάς εργασίας απασχολούμενοι.
Κατ’εξαίρεσιν, εις τας διατάξεις του άρθρου 1 και, συντρεχούσης περιπτώσεως, του άρθρου 2 της παρούσης υπάγονται, εκ των αμέσως εις την καλλιέργειαν γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφίαν απασχολουμένων:
α) Οι υπηρετούντες, είς γεωργικάς και κτηνοτροφικάς εργασίας ασκουμένας παρ’εμπορικών εταιειών ή Ν.Π.Δ.Δ..
β) Οι διεπόμενοι ήδη υπό συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων, υπουργικών αποφάσεων ή άλλων σχετικών πράξεων και
γ) Οι υπαγόμενοι είς την ασφάλισιν του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής υφ’ήν ασκείται η εκμετάλλευσις, παρ’ή απασχολούνται.
4. Αι διατάξεις του άρθρου 2 της παρούσης αφορώσι εις εργοδότας, περί ων το άρθρον 1 παρ.1 του Α.Ν. 539/45 ή, εφ’ών, δια διαταγμάτων, επεξετάθη ή θέλει επεκταθή η εφαρμογή του νόμου τούτου.
Πρόσωπα εξαιρούμενα της εφαρμογής του Α.Ν. 539/45, κατά τας διατάξεις του άρθρου 1 παρ.3 τούτου, δεν υπάγονται είς τας διατάξεις του άρθρου 2 της παρούσης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Αι διατάξεις, όμως, του άρθρου 2 αυτής, εφαρμόζονται και επό μισθωτών, ων το είς άδεια μετ’αποδοχών δικαίωμ διέπεται υπ’άλλων, ειδικωτέρων του Α.Ν. 539/45 διατάξεων, εφ’όσον υπό τούτων ορίζεται αριθμός ημερών αδείας ελάσσων του δια της παρούσης οριζομένου.
5. Αι διατάξεις των άρθρων 3,4,5 και 6 της παρούσης δεν εφαρμόζονται επί του ιπταμένου προσωπικού εναέριων μεταφορών.

Άρθρον 9 - Έναρξη ισχύος

Η ισχύς της παρούσης Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας άρχεται από της υπογραφής της, εκτός αν άλλως ορίζεται εν αυτή, δεν δύναται δε να καταγγελθή αυτή προ της 30ης Σεπτεμβρίου 1978.
Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ’Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.
 
 στη Βιβλιοθήκη μου
  Εκτύπωση
Μοιραστείτε: 
 

Τα σχόλια έχουν κλείσει.