Εργατικοί Νόμοι

Νόμος :

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ' - ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2012 - 2015

Άρθρο 39 - Προϋποθέσεις επιδότησης και οικονομική ενίσχυση ανέργων

1. Στο άρθρο 6 του ν. 1545/1985 (Α' 91) προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

 

«8. Από 1.1.2013, σε κάθε περίπτωση τα ημερήσια επιδόματα ανεργίας, εντός

της προηγούμενης από την εκάστοτε έναρξη της επιδότησης λόγω ανεργίας,

τετραετίας, δεν είναι δυνατόν να είναι περισσότερα των τετρακοσίων πενήντα

(450). Εάν εντός της τετραετίας ο άνεργος έχει επιδοτηθεί για χρονικό

διάστημα μικρότερο των τετρακοσίων πενήντα (450) ημερήσιων επιδομάτων,

δικαιούται να επιδοτηθεί λόγω ανεργίας για τον υπόλοιπο αριθμό ημερήσιων

επιδομάτων, μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου ορίου των τετρακοσίων πενήντα

(450) ημερήσιων επιδομάτων. Από 1.1.2014 τα ημερήσια επιδόματα ανεργίας στην

τετραετία δεν είναι δυνατόν να είναι περισσότερα των τετρακοσίων (400).»

 

2. Η παρ. 5 του άρθρου 19 του ν.δ. 2961/1954 (Α' 197), όπως ισχύει,

αντικαθίσταται ως εξής:

 

«5. Λόγω των εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων παρέχεται κάθε χρόνο στους

επιδοτούμενους ανέργους οικονομική ενίσχυση ως εξής:

 

α. Για τις εορτές του Πάσχα ίση με το μισό του μηνιαίου ποσού του επιδόματος

ανεργίας, εφόσον έχουν επιδοτηθεί για όλο το χρονικό διάστημα από 1ης

Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου. Αν οι επιδοτούμενοι έχουν συμπληρώσει διάρκεια

επιδότησης μικρότερη από αυτήν που καθορίζεται πιο πάνω, δικαιούνται

οικονομική ενίσχυση ίση με τρία (3) ημερήσια επιδόματα ανεργίας για κάθε μήνα

επιδότησης.

 

β. Για τις εορτές των Χριστουγέννων ίση με το ποσό του μηνιαίου επιδόματος

ανεργίας, εφόσον έχουν επιδοτηθεί για όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου

μέχρι 31 Δεκεμβρίου. Αν οι επιδοτούμενοι έχουν συμπληρώσει διάρκεια

επιδότησης μικρότερη από αυτήν που καθορίζεται πιο πάνω, δικαιούνται

οικονομική ενίσχυση ίση με τρία (3) ημερήσια επιδόματα ανεργίας για κάθε μήνα

επιδότησης.»

 

3. Ως ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων της παραγράφου 2 ορίζεται η

1.7.2012.

Άρθρο 40 - Μετατροπή σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου

Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία περιλαμβάνει όρο για πρόωρη

καταγγελία της με εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ως προς την αποζημίωση

απόλυσης για τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του

ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 74 παράγραφοι 2 και 3 του ν.

3863/2010, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά

την καταγγελία.

Άρθρο 41 - Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, το οποίο είχε τροποποιήσει το άρθρο 5 του π.δ.

81/2003, αντικαθίσταται ως εξής:

 

«1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι

επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός

λόγος υφίσταται ιδίως:

 

Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή

της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά

προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή

αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή

σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση

ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε

συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή

προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των

επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν

δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης.

 

2. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της

σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται

στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν

ευθέως από αυτήν.

 

Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί

μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του. Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω

συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης

εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη

των δέκα (10) εργάσιμων ημερών.

 

3. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην

παράγραφο 1 του παρόντος και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών

συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3)

έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών

της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή

σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών

ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου,

διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται

ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης

ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή

σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

 

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης.

 

4. «Διαδοχικές» θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου

που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με

τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους

χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες

συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. Προκειμένου περί ομίλου

επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου

«ίδιου εργοδότη» περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου.

 

5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις

συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του

παρόντος διατάγματος.»

Άρθρο 42 - Διευθέτηση του χρόνου εργασίας

Το άρθρο 41 του ν. 1892/1990 (Α' 101), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3

του ν. 2639/1998 (Α' 205), τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2874/2000 (Α'

286) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3385/2005 (Α' 210) και κατόπιν

με το άρθρο 7 του ν. 3846/2010 (Α' 66) αντικαθίσταται ως ακολούθως:



«1.α. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως

σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, επιτρέπεται για μία χρονική περίοδο (περίοδος

αυξημένης απασχόλησης) ο εργαζόμενος να απασχολείται δύο (2) ώρες την ημέρα

επιπλέον των οκτώ (8) ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των σαράντα

(40) (ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου) ώρες εργασίας την εβδομάδα

αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου (περίοδος

μειωμένης απασχόλησης). Αντί της παραπάνω μειώσεως των ωρών εργασίας,

επιτρέπεται να χορηγείται στον εργαζόμενο ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή

συνδυασμός μειωμένων ωρών εργασίας και ημερών αναπαύσεως. Το χρονικό διάστημα

των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν υπερβαίνει συνολικά τους

έξι (6) μήνες σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών (περίοδος αναφοράς).



β. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή της επιπλέον αυτής

εργασίας, αν δεν είναι σε θέση να την εκτελέσει και η άρνηση του δεν είναι

αντίθετη με την καλή πίστη. Αυτή η άρνηση του εργαζομένου να παράσχει την

επιπλέον εργασία δεν συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.



γ. Οι κείμενες προστατευτικές διατάξεις για το χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης

των εργαζομένων έχουν πλήρη εφαρμογή και κατά την περίοδο της αυξημένης

απασχόλησης. Κατά τη διευθέτηση ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας

κατά την περίοδο του εξαμήνου (περίοδος αναφοράς), στις οποίες δεν

περιλαμβάνονται οι ώρες της υπερεργασίας και των νόμιμων υπερωριών της

περιόδου μειωμένης απασχόλησης, παραμένει στις σαράντα (40) ώρες ή, εάν

εφαρμόζεται μικρότερο συμβατικό ωράριο, παραμένει στον αριθμό ωρών του

μικρότερου αυτού ωραρίου. Οι ώρες εργασίας ανά εβδομάδα δεν επιτρέπεται να

υπερβαίνουν τις σαράντα οκτώ (48) ώρες, κατά μέσο όρο, σε περίοδο έξι (6)

μηνών, συμπεριλαμβανομένων και των προαναφερόμενων ωρών υπερεργασίας και

νομίμων υπερωριών.



2.α. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως

σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, επιτρέπεται, αντί της κατά την προηγούμενη

παράγραφο διευθέτησης, να συμφωνείται, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6,

ότι μέχρι διακόσιες πενήντα έξι (256) ώρες εργασίας από το συνολικό χρόνο

απασχόλησης εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους, κατανέμονται με αυξημένο

αριθμό ωρών σε ορισμένες χρονικές περιόδους, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν

τις τριάντα δύο (32) εβδομάδες ετησίως και με αντιστοίχως μειωμένο αριθμό

ωρών κατά το λοιπό διάστημα του ημερολογιακού έτους.



β. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή της επιπλέον αυτής

εργασίας, αν δεν είναι σε θέση να την εκτελέσει και η άρνηση του δεν είναι

αντίθετη με την καλή πίστη. Αυτή η άρνηση του εργαζομένου να παράσχει την

επιπλέον εργασία δεν συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.



γ. Οι κείμενες προστατευτικές διατάξεις για το χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης

των εργαζομένων πρέπει να τηρούνται και κατά την περίοδο της αυξημένης

απασχόλησης. Κατά τη διευθέτηση ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας

κατά την περίοδο ενός ημερολογιακού έτους (περίοδος αναφοράς), στις οποίες

δεν περιλαμβάνονται οι ώρες της υπερεργασίας και των νόμιμων υπερωριών της

περιόδου μειωμένης απασχόλησης, παραμένει στις σαράντα (40) ώρες ή, εάν

εφαρμόζεται μικρότερο συμβατικό ωράριο, παραμένει στον αριθμό ωρών του

μικρότερου αυτού ωραρίου, ενώ με συνυπολογισμό των ανωτέρω ωρών υπερεργασίας

και νομίμων υπερωριών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48)

ώρες.



3. Κατά τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας της προηγούμενης παραγράφου

επιτρέπεται να χορηγείται στον εργαζόμενο, αντί μειώσεως των ωρών εργασίας,

προς αντιστάθμιση των πρόσθετων ωρών που εργάσθηκε κατά την περίοδο αυξημένου

ωραρίου, ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή ανάλογη προσαύξηση της ετήσιας

άδειας με αποδοχές ή συνδυασμός μειωμένων ωρών και ημερών αναπαύσεως ή ημερών

αδείας.



4. Η καταβαλλόμενη αμοιβή κατά το χρονικό διάστημα της διευθέτησης των

παραγράφων 1 και 2 είναι ίση με την αμοιβή για εργασία σαράντα (40) ωρών

εβδομαδιαίως, εφόσον στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο σαράντα (40)

ωρών. Αν στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των σαράντα (40)

ωρών, η καταβαλλόμενη κατά το χρονικό διάστημα της διευθέτησης αμοιβή είναι

ίση με την αμοιβή που προβλέπεται για το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο.



5.α. Κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης των παραγράφων 1 και 2, η

ημερήσια απασχόληση του εργαζομένου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις δέκα

(10) ώρες. Στις υπερβάσεις του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου μέχρι το ανώτατο

όριο των δέκα (10) ωρών, καθώς και στις υπερβάσεις των σαράντα (40) ωρών

εβδομαδιαίως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3385/2005 (Α'

210), όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει με την παρ. 10 του άρθρου 74 του

ν. 3863/ 2010 (Α΄ 115).



β. Κατά την περίοδο της μειωμένης απασχόλησης των παραγράφων 1 και 2, η

υπέρβαση του συμφωνηθέντος μειωμένου εβδομαδιαίου ωραρίου, η οποία

επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, αμείβεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του

άρθρου 1 του ν. 3385/2005 (Α' 210), όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με την

παρ. 10 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α' 115).



6. Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας των παραγράφων 1 και 2 καθορίζεται με

επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή συμφωνία του εργοδότη με

συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση που αφορά τα μέλη της ή συμφωνία του

εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζομένων ή συμφωνία του εργοδότη και

ένωσης προσώπων.



Η ένωση προσώπων που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο μπορεί να συσταθεί

από το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) τουλάχιστον των εργαζομένων στην

επιχείρηση που απασχολεί πάνω από είκοσι (20) εργαζομένους και δεκαπέντε τοις

εκατό (15%) εφόσον ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση είναι

κατ' ανώτατο αριθμό είκοσι (20) εργαζόμενοι. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η

διάταξη του εδαφίου γγ' της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 1264/1982 (Α' 79).



7. Με επιχειρησιακές και κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορεί να

καθορίζεται άλλο σύστημα διευθέτησης χρόνου εργασίας, ανάλογα με τις

ιδιαιτερότητες του κλάδου ή της επιχείρησης.



8. Αν για οποιονδήποτε λόγο, ιδίως εξαιτίας παραίτησης ή απόλυσης του

εργαζομένου, δεν εφαρμόζεται ή δεν ολοκληρώνεται η διευθέτηση του χρόνου

εργασίας σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, έχουν πλήρη εφαρμογή όλες οι

προστατευτικές διατάξεις που καθορίζουν τις συνέπειες της υπέρβασης του

ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας.



9. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για: α) εποχιακές

επιχειρήσεις και β) εργαζομένους με σύμβαση εργασίας διάρκειας μικρότερης του

ενός (1) έτους.



10. Οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις και οι συμφωνίες της παραγράφου 6

κατατίθενται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν.

1876/1990.



11. Με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγονται οι σχετικές ρυθμίσεις

του ν. 2602/1998 (Α' 83) ή άλλων ειδικών νόμων, που αποσκοπούν στην εξυγίανση

φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.»

Άρθρο 43 - Συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου νέων, ηλικίας 18 έως 25 ετών, για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας

1. Νέοι, ηλικίας από 18 έως 25 ετών, είναι δυνατόν να συνάπτουν με εργοδότες

συμβάσεις εργασίας για την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας, διάρκειας μέχρι

24 μήνες και με αποδοχές μικρότερες έως είκοσι τοις εκατό (20%) από τις

προβλεπόμενες για νεοπροσλαμβανόμενο, χωρίς προϋπηρεσία της ειδικότητας τους,

όπως αυτή ορίζεται στην οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας

(ομοιοεπαγγελματική, κλαδική, επιχειρησιακή ή εθνική γενική) και ασφαλίζονται

στους κλάδους σύνταξης, ασθενείας σε είδος και επαγγελματικού κινδύνου του

ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι δε σχετικές ασφαλιστικές εισφορές αποδίδονται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από

τον εργοδότη.

 

2. Για το σκοπό της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να συνάπτονται

περισσότερες από μία συμβάσεις εργασίας, στον ίδιο ή άλλο εργοδότη, μέσα σε

διάστημα 24 μηνών από τη σύναψη της πρώτης σύμβασης απόκτησης επαγγελματικής

εμπειρίας. Οι συμβάσεις εργασίας για την απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας

γνωστοποιούνται αμελλητί ή το αργότερο εντός της επόμενης της σύμβασης ημέρας

στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και στο Σώμα

Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) της έδρας του εργοδότη.

 

3. Οι νέοι που συνάπτουν συμβάσεις εργασίας της παραγράφου 1 προσλαμβάνονται

πλέον του υφιστάμενου προσωπικού που οι εργοδότες απασχολούν.

 

4. Οι εργοδότες που συνάπτουν συμβάσεις εργασίας της παραγράφου 1

υποχρεούνται να μην έχουν προβεί κατά τους τελευταίους 3 μήνες πριν από τη

σύναψη συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σε μείωση του προσωπικού που

απασχολούν, αλλά ούτε να προβούν σε μείωση του προσωπικού που απασχολούν κατά

τη διάρκεια ισχύος των συμβάσεων εργασίας της παραγράφου 1.

 

5. Στην περίπτωση εργοδοτών εποχικής λειτουργίας που συνάπτουν συμβάσεις

εργασίας της παραγράφου 1, υποχρεούνται να μην έχουν προβεί σε μείωση του

εποχικού προσωπικού που απασχολούν σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του

προηγούμενου έτους, αλλά ούτε να προβούν σε μείωση του προσωπικού που

απασχολούν κατά τη διάρκεια ισχύος των συμβάσεων εργασίας της παραγράφου 1.

 

6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης δύναται να

καθορίζονται τυχόν όροι και προϋποθέσεις και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για

την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 

Άρθρο 44 - Λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις

1. Η χρηματοδότηση του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (NAT) για το έτος 2011

μειώνεται σε σχέση με τη χρηματοδότηση κατά το έτος 2010, κατά το ποσό των

πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ και από το έτος 2012 και εφεξής κατά

το ποσό των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) ευρώ, για κάθε έτος, σε σχέση με

τη χρηματοδότηση κατά το έτος 2010. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης,

Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών, οι συντάξεις του NAT

αναπροσαρμόζονται από 1.7.2011 και εφεξής, ώστε να προκύπτει ισοσκελισμένος

προϋπολογισμός. Από 1.1.2011, οι καταβαλλόμενες συντάξεις,

συμπεριλαμβανομένων και των βοηθημάτων του NAT, αναπροσαρμόζονται μόνο με

διάταξη ειδικού νόμου, καταργούμενης, από την ίδια ως άνω ημερομηνία, κάθε

γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης, με την οποία

προβλέπεται η αναπροσαρμογή ή η αύξηση σύνταξης ή βοηθήματος που καταβάλλεται

από το NAT.

 

2. Συνιστάται στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) Ειδικός

Λογαριασμός Ανεργίας υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξαρτήτως Απασχολουμένων με

οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια. Σκοπός του λογαριασμού είναι η χορήγηση

βοηθήματος σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης διακοπής του επαγγέλματος και για

χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών. Από 1.8.2011 θεσπίζεται μηνιαία

εισφορά ποσού ύψους δέκα (10,00) ευρώ που καταβάλλεται από τους ασφαλισμένους

- αυτοτελώς και ανεξάρτητα απασχολούμενους των Ασφαλιστικών Οργανισμών ΟΑΕΕ,

ΕΤΑΑ, ΕΤΑΠ-ΜΜΕ υπέρ του κλάδου αυτού. Η εισφορά συμβεβαιώνεται και

συνεισπράττεται από τα οικεία ταμεία με τις λοιπές εισφορές και αποδίδεται

στον ΟΑΕΔ μέχρι το τέλος του μεθεπόμενου μήνα από το μήνα που καταβάλλεται.

Οι εισφορές που αναλογούν στο χρονικό διάστημα 1.1.2011 έως 31.7.2011

κατανέμονται ισόποσα και συνεισπράττονται με τις εισφορές των επόμενων μηνών

του έτους 2011. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης

μετά γνώμη των Διοικητικών Συμβουλίων των αρμόδιων οργανισμών και γνώμη του

ΣΚΑ θεσπίζεται κάθε αναγκαία ρύθμιση για την υλοποίηση του παρόντος.

 

3. Στο τέλος του άρθρου 14 του π.δ. 258/2005 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

«Από 1.1.2013 θεσπίζεται εισφορά υπέρ ΟΑΕΕ ανά κλάδο επιχείρησης ως ποσοστό

επί των ετήσιων εσόδων (τζίρου) της επιχείρησης. Το ποσοστό εισφοράς

καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής

Ασφάλισης μετά από ειδική οικονομική μελέτη του Υπουργείου Οικονομικών και

γνώμη του ΣΚΑ.»

 

4.α) Στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 2458/1997 (Α' 15) προστίθεται

εδάφιο ως εξής:

 

«Από τις παραπάνω ασφαλιστικές κατηγορίες οι πέντε πρώτες είναι υποχρεωτικές

και οι υπόλοιπες προαιρετικές.»

 

β) Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του ν. 2458/1997 (Α' 15) αντικαθίσταται ως

ακολούθως:

 

«2. Οι ασφαλισμένοι κατατάσσονται στην 1η ασφαλιστική κατηγορία και

μετατάσσονται στις επόμενες και μέχρι την 5η υποχρεωτική κατηγορία ανά

τριετία, με εξαίρεση τη μετάταξη από την 1η στη 2η υποχρεωτική κατηγορία, η

οποία πραγματοποιείται μετά από πέντε έτη ασφάλισης.

 

Οι ασφαλισμένοι με αίτηση τους, η οποία υποβάλλεται οποτεδήποτε στον Κλάδο

Κύριας Ασφάλισης Αγροτών, μπορούν να επιλέξουν ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία

από αυτή που υπάγονται υποχρεωτικά κατά τα ανωτέρω ή, εφόσον βρίσκονται σε

ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία, να επιλέξουν κατώτερη. Στην τελευταία

περίπτωση κατατάσσονται στην ασφαλιστική κατηγορία στην οποία θα υπάγονται

υποχρεωτικά, εάν δεν είχαν επιλέξει ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία.

 

Σε κάθε περίπτωση η μετάταξη από κατηγορία σε κατηγορία γίνεται από την 1η

Ιανουαρίου του επόμενου έτους από τη συμπλήρωση της ως άνω πενταετίας ή

τριετίας ή από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από την υποβολή της

αίτησης του ασφαλισμένου για αλλαγή ασφαλιστικής κατηγορίας.

 

Ο χρόνος ασφάλισης στον Κλάδο Πρόσθετης Ασφάλισης δεν συνυπολογίζεται για

την κατάταξη των ασφαλισμένων στις ασφαλιστικές κατηγορίες του Κλάδου Κύριας

Ασφάλισης Αγροτών.

 

Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας, η μετάταξη των ασφαλισμένων γίνεται,

επιφυλασσομένων των οριζομένων στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στην

αμέσως επόμενη ασφαλιστική κατηγορία, μη υπολογιζόμενων τυχόν πλεοναζόντων

ετών ασφάλισης σε κάθε ασφαλιστική κατηγορία.»

 

γ) Η παράγραφος 2 του άρθρου 4 του ν. 2458/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την

προηγούμενη υποπαράγραφο, ισχύει από 1.1.2012.

 

5.α) Στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και

του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, που εξήλθαν ή θα εξέλθουν

της Υπηρεσίας, από 1.1.2010 και μετά, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που

χορηγούν τα Ταμεία αυτά, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις,

μειώνεται κατά ποσοστό 10% και 15% αντίστοιχα σε όσους δεν έχει εκδοθεί η

σχετική απόφαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος.

 

β) Μετά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 4 του ν. 3833/2010 (Α' 40) προστίθεται

εδάφιο ως εξής:

 

«Το ποσό της χρηματοδότησης που προκύπτει μετά την εφαρμογή του προηγούμενου

εδαφίου μειώνεται κατά το έτος 2011 και εφεξής για το ΤΑΠ - ΟΤΕ, κατά πενήντα

εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ.»

 

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 51 του ν. 2084/1992 (Α' 165) τροποποιείται ως

εξής:

 

«1. Προκειμένου για μισθωτούς, το ποσό της μηνιαίας σύνταξης λόγω γήρατος ή

αναπηρίας για χρόνο ασφάλισης 35 ετών ή 10.500 ημερών δεν μπορεί να

υπερβαίνει, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών επιδομάτων, το 80% των κατά

τις οικείες διατάξεις των φορέων και τις διατάξεις του άρθρου 50 του παρόντος

μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών, ούτε το τετραπλάσιο του κατά το έτος 1991 μέσου

μηνιαίου κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. αναπροσαρμοσμένου με το εκάστοτε ποσοστό

αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων.»

 

7. Η παράγραφος 2 του άρθρου 51 του ν. 2084/1992 (Α' 165), όπως

τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 3863/2010, τροποποιείται ως

εξής:

 

«2. Το ποσό της σύνταξης για όσους παραμένουν στην υπηρεσία μετά τη

συμπλήρωση 35ετούς συντάξιμου χρόνου αυξάνεται κατά 2,5% για κάθε πλήρες έτος

ασφάλισης ή 300 ημέρες υπηρεσίας πέραν του 35ου έτους έως και του 37ου και

κατά 3,5% για κάθε πλήρες έτος ασφάλισης ή 300 ημέρες υπηρεσίας και πέραν του

37ου έτους μέχρι και του 40ού. Η προσαύξηση αυτή χορηγείται και πέραν του 80%

των συντάξιμων αποδοχών της προηγούμενης παραγράφου, το ποσό όμως της

σύνταξης δεν μπορεί να υπερβαίνει το τετραπλάσιο του κατά το έτος 1991 μέσου

μηνιαίου κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. αναπροσαρμοσμένου με το εκάστοτε ποσοστό

αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων. Από τις διατάξεις της

παραγράφου αυτής εξαιρείται το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, για το οποίο έχουν εφαρμογή

διατάξεις της νομοθεσίας του.»

 

8. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2084/1992, όπως ισχύει

μετά την τροποποίηση του από το τρίτο εδάφιο της παρ. 2α του άρθρου 3 του ν.

3029/2002 (Α' 160) αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Το κατά τα προηγούμενα εδάφια υπολογιζόμενο ποσό της μηνιαίας σύνταξης δεν

μπορεί να υπερβαίνει, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων της παραγράφου 1

του άρθρου 30 του νόμου αυτού, το τετραπλάσιο του κατά το έτος 1991 μέσου

μηνιαίου κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. αναπροσαρμοσμένου με το εκάστοτε ποσοστό

αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων.»

 

9. Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 1 εδάφιο α' του

ν.δ. 2961/1954 (Α' 197), όπως διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 6 του

άρθρου 44 του ν. 2084/1992 (Α' 165), εισφορές εργοδότη και εργαζόμενου

αυξάνονται κατά 0,50% αντιστοίχως και υπολογίζονται επί των αναφερόμενων στις

διατάξεις αυτές αποδοχών των μισθωτών, ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής τους στην

ασφάλιση. Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει την 1.8.2011.

 

10. Από 1.8.2011, τα ποσοστά των περιπτώσεων (β) έως και (η) της παραγράφου

2 του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α' 115), καθώς και του άρθρου 11 του ν.

3865/2010 (Α' 120) αναπροσαρμόζονται σε 6%, 7%, 9%, 10%, 12%, 13% και 14%

αντίστοιχα.

 

11. α) Από 1.8.2011, στους συνταξιούχους του Δημοσίου, του NAT και των

Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και

Κοινωνικής Ασφάλισης που δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος ηλικίας,

παρακρατείται επιπλέον μηνιαία εισφορά ως εξής:

 

i. Για συντάξεις από 1.700,01 € έως 2.300,00 €, ποσοστό 6%.

 

ii. Για συντάξεις από 2.300,01 € έως 2.900,00 €, ποσοστό 8% και

 

iii. Για συντάξεις από 2.900,01 € και άνω, ποσοστό 10%.

 

β) Οι παρακρατήσεις υπολογίζονται στο συνολικό ποσό της σύνταξης, όπως

διαμορφώνεται μετά την παρακράτηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων της

προηγούμενης παραγράφου.

 

γ) Εξαιρούνται της ανωτέρω εισφοράς όσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί λόγω

αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης ή αποστρατεύθηκαν με πρωτοβουλία της

Υπηρεσίας και οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος που λαμβάνουν το

Εξωιδρυματικό Επίδομα ή το Επίδομα Απολύτου Αναπηρίας του άρθρου 42 του ν.

1140/1981 (Α' 68), όπως ισχύει, ή το επίδομα ανικανότητας του άρθρου 54 του

π.δ.169/2007 (Α' 210), ή πρόκειται για θύματα τρομοκρατικών ενεργειών ή

βιαίων συμβάντων, καθώς και ορφανικές οικογένειες αυτών.

 

δ) Η παραπάνω παρακράτηση διακόπτεται τον επόμενο μήνα από τη συμπλήρωση του

60ού έτους ηλικίας.

 

ε) Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της

επιπλέον εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων επτακοσίων ευρώ (1.700

€).

 

στ) Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 και

του άρθρου 11 του ν. 3865/2010.

 

12. Από 1.8.2011, οι διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 εφαρμόζονται και

στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ που λαμβάνουν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας.

Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3863/2010.

 

13. α) Από 1.9.2011 θεσπίζεται Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής

Ασφάλισης, η οποία τηρείται σε λογαριασμό με οικονομική και λογιστική

αυτοτέλεια, στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (Α.Κ.Α.ΓΕ.), το οποίο

συστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 3655/2008 (Α' 58).

 

Σκοπός του Λογαριασμού είναι η κάλυψη ελλειμμάτων φορέων και κλάδων

επικουρικής σύνταξης.

 

β) Η Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης παρακρατείται μηνιαία

κατά την καταβολή της σύνταξης των συνταξιούχων των φορέων επικουρικής

ασφάλισης, αρμοδιότητας όλων των Υπουργείων, καθώς και των νομικών προσώπων

ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), τα οποία χορηγούν επικουρικές συντάξεις,

δυνάμει ασφάλισης η οποία έχει χωρήσει σε υποκατάσταση υποχρεωτικής ασφάλισης

σε Φ.Κ.Α.. Η εισφορά υπολογίζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και

καθορίζεται ως εξής:

 

i. Για συντάξεις από 300,01 € έως 350,00 €, ποσοστό 3%

 

ii. Για συντάξεις από 350,01 € έως 400,00 €, ποσοστό 4%

 

iii. Για συντάξεις από 400,01 € έως 450,00 €, ποσοστό 5%

 

iv. Για συντάξεις από 450,01 € έως 500,00 €, ποσοστό 6%

 

v. Για συντάξεις από 500,01 € έως 550,00 €, ποσοστό 7%

 

vi. Για συντάξεις από 550,01 € έως 600,00 €, ποσοστό 8%

 

vii. Για συντάξεις από 600,01 € έως 650,00 €, ποσοστό 9%

 

viii. Για συντάξεις από 650,01 € και άνω, ποσοστό 10%.

 

γ) Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της

εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των τριακοσίων ευρώ (300 €).

 

δ) Εξαιρούνται της παρακράτησης της ειδικής εισφοράς οι συνταξιούχοι που

λαμβάνουν το Εξωιδρυματικό Επίδομα του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α' 68),

όπως ισχύει, καθώς και οι συνταξιούχοι της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του ν.

1140/1981, όπως ισχύει, και της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν. 2084/1992

(Α' 165), που λαμβάνουν προσαύξηση της σύνταξης τους λόγω απόλυτης αναπηρίας.

 

ε) Στις περιπτώσεις που στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός

δικαιούχοι, για τον προσδιορισμό των ποσών σύνταξης της παραγράφου (β)

λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό της σύνταξης που έχει μεταβιβασθεί και το

παρακρατηθέν ποσό επιμερίζεται ανάλογα.

 

στ) Τα ποσά που παρακρατούνται με ευθύνη των φορέων αποδίδονται σε

Λογαριασμό του Α.Κ.Α.ΓΕ. το αργότερο μέχρι το τέλος του επόμενου, από την

παρακράτηση, μήνα.

 

ζ) Η οικονομική και λογιστική λειτουργία του Λογαριασμού της Ειδικής

Εισφοράς Συνταξιούχων είναι η ίδια με αυτή που ισχύει για το Α.Κ.Α.ΓΕ.. Τα

κεφάλαια του Λογαριασμού επενδύονται στο Κοινό Κεφάλαιο Τραπέζης Ελλάδος.

 

η) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής

Ασφάλισης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού καθορίζεται το ύψος του

ποσού που απαιτείται κάθε φορά για κάλυψη του ελλείμματος του κλάδου

επικουρικής σύνταξης.

 

θ) Μετά την 1.1.2015 τα ποσά της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων μεταφέρονται

στο Α.Κ.Α.ΓΕ. και αποτελούν έσοδο του Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης

Γενεών.

 

14. α) Οι ασφαλισμένοι στον κλάδο κύριας ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου

Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) - Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και

Εργοληπτών Δημοσίων Εργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), Τομέας Σύνταξης και Ασφάλισης

Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.), Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) - που έχουν

υπαχθεί στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο μέχρι

31.12.1992, και ασφαλίζονται στους ανωτέρω Τομείς ως ελεύθεροι επαγγελματίες,

πέραν της προβλεπόμενης από γενικές ή καταστατικές διατάξεις εισφοράς

ασφαλισμένου, καταβάλλουν πρόσθετη μηνιαία εισφορά ύψους δύο τοις εκατό (2%)

επί του ποσού της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας των προεδρικών διαταγμάτων

124/1993 (Α' 54), 126/1993 (Α' 54) και 125/1993 (Α' 54), όπως ισχύει.

 

β) Στους κλάδους επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και ασθένειας του Ενιαίου

Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.) τα ανωτέρω πρόσωπα καταβάλλουν

πρόσθετη εισφορά ύψους 0,6%, 4% και 0,65% αντίστοιχα στους Τομείς, επί του

ποσού της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας των προεδρικών διαταγμάτων 124/1993 (Α'

54), 126/1993 (Α' 54) και 125/1993 (Α' 54), όπως ισχύει.

 

γ) Στην Ειδική Προσαύξηση του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., όπως αυτή διαμορφώνεται σύμφωνα

με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3518/2006 (Α' 272),

καταβάλλεται πρόσθετη εισφορά ύψους δύο τοις εκατό (2%) επί του ποσού της 1ης

ασφαλιστικής κατηγορίας του π.δ. 124/1993 (Α' 54), όπως ισχύει.

 

δ) Στον Κλάδο Μονοσυνταξιούχων του Τ.Σ.Α.Υ. καταβάλλεται πρόσθετη εισφορά

ύψους ένα τοις εκατό (1%) επί του ποσού της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας του

π.δ. 126/1993 (Α' 54), όπως ισχύει.

 

15.α) Οι ασφαλισμένοι στον κλάδο κύριας ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου

Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.) - Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και

Εργοληπτών Δημοσίων Εργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), Τομέας Σύνταξης και Ασφάλισης

Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.), Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) - που έχουν

υπαχθεί στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο από

1.1.1993 και εφεξής, και ασφαλίζονται στους ανωτέρω Τομείς ως ελεύθεροι

επαγγελματίες, κατά την πρώτη υπαγωγή τους στην ασφάλιση των Τομέων

κατατάσσονται στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία, όπως αυτή προβλέπεται από το

π.δ. 124/1993 (Α' 54) και την υποπερίπτωση αα' της περίπτωσης β' της παρ. 1

του άρθρου 4 του ν. 3518/2006 (Α' 272), το π.δ. 126/1993 (Α' 54) και το π.δ.

125/1993 (Α' 54), και μετατάσσονται στις επόμενες κατηγορίες ανά τριετία, και

πάντα την 1η του έτους του επόμενου εκείνου στο οποίο συμπληρώθηκε η τριετία.

 

β) Για τα πρόσωπα της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής που συμπληρώνουν

μέχρι 31.12.2011 τουλάχιστον τρία έτη ασφάλισης στους Τομείς του κλάδου

κύριας ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.),

έχουν εφαρμογή τα προβλεπόμενα στην περίπτωση α' της παραγράφου αυτής.

 

γ) Τα προβλεπόμενα από τις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου αυτής,

εφαρμόζονται και στους λοιπούς Τομείς των κλάδων επικουρικής ασφάλισης,

πρόνοιας και ασθένειας του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων

(Ε.Τ.Α.Α.), καθώς και στην Ειδική Προσαύξηση του Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., και στον Κλάδο

Μονοσυνταξιούχων του Τ.Σ.Α.Υ..

 

16. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά γνώμη

του Διοικητικού Συμβουλίου και γνώμη του Σ.Κ.Α., ρυθμίζεται κάθε αναγκαία

ρύθμιση για την υλοποίηση των παραγράφων 14 και 15.

 

17. Ως ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των παραγράφων 14 και 15 ορίζεται η

1.1.2012.
 
 στη Βιβλιοθήκη μου
  Εκτύπωση
Μοιραστείτε: 
 

Τα σχόλια έχουν κλείσει.