Εργατικοί Νόμοι

Νόμος :

Ν. 2639/1998 Σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας

Άρθρα Νόμου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' - ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩ...

Άρθρο 1 - Ειδικές μορφές απασχόλησης...

Άρθρο 2 - Μερική απασχόληση...

Άρθρο 3 - Διευθέτηση χρόνου εργασίας...

Άρθρο 4 - Τοπικά σύμφωνα απασχόλησης...

Άρθρο 5 - Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' - ΣΥΣΤΑΣΗ ΣΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ Ε...

Άρθρο 6 - Σύσταση Σώματος...

Άρθρο 7 - Αρμοδιότητες του Σ.ΕΠ.Ε....

Άρθρο 8 - Στελέχωση του Σ.ΕΠ.Ε. Καθήκο...

Άρθρο 9 - Θέματα λειτουργίας του Σ.ΕΠ...

Άρθρο 10 - Εκπαίδευση προσωπικού του ...

Άρθρο 11 - Υπηρεσία Ειδικών Επιθεωρη...

Άρθρο 12 - Ετήσια έκθεση πεπραγμένων...

Άρθρο 13 - Κοινωνικός έλεγχος του Σ.ΕΠ...

Άρθρο 14 - Λοιπές διατάξεις που αφορο...

Άρθρο 15 - Αρμοδιότητες νομαρχιών σε ...

Άρθρο 16 - Διοικητικές κυρώσεις...

Άρθρο 17 - Ποινικές κυρώσεις...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' - ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ...

Άρθρο 18 - Παροχή ιατροφαρμακευτικής ...

Άρθρο 19 - Λογαριασμός για την Απασχό...

Άρθρο 20 - Ρύθμιση θεμάτων Ο.Α.Ε.Δ....

Άρθρο 21 - Ρύθμιση θεμάτων του Ο.Ε.Ε. κ...

Άρθρο 22 - Αναπροσαρμογή πόρου του Ο.Μ...

Άρθρο 23 - Συγχώνευση - Κατάργηση φορέ...

Άρθρο 24 - Καταβολή παραβόλου...

Άρθρο 25 - Γονική άδεια ανατροφής...

Άρθρο 26 - (Μεταρρυθμίσεις σε ασφαλισ...

Άρθρο 27 - (Ρυθμίσεις για τους ασφαλισ...

Άρθρο 28 - (Ρυθμίσεις για την επιδότησ...

Άρθρο 29 - (Τρόπος κάλυψης δαπανών επι...

Άρθρο 30 - Έναρξη ισχύος...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' - ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Άρθρο 1 - Ειδικές μορφές απασχόλησης

1. Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή
έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά
μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ’ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι
δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή
καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες στην
οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.
Το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει αν ο απασχολούμενος προσφέρει την εργασία του
αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη.
2. Μέσο σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε
εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας
συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ
αυτού και απασχολουμένων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα
αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το
ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της
κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση
εξαρτημένης εργασίας.
3. Για τους απασχολούμενους του παρόντος άρθρου εξακολου8εί να ισχύει η
διάταξη του άρθρου 22 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α').

Άρθρο 2 - Μερική απασχόληση

Το άρθρο 38 του ν. 1692/1990 (ΦΕΚ 101 Α') αντικαθίσταται ως ακολούθως:
"1. Κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και
ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένα ή
αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η
οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση).
Η συμφωνία, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν
γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση
εργασίας με πλήρη απασχόληση.
2. Επίσης, κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο
εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν
κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής ανά ημέρα, εβδομάδα ή μήνα.
Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με
βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου.
Σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς του ο εργοδότης μπορεί να επιβάλει
σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, μόνον εφόσον
προηγουμένως προβεί σε διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των
εργαζομένων. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται
μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση
Εργασίας.
3. Οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις των προηγούμενων παραγράφων πρέπει να
περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των
συμβαλλομένων , β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη
διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις
περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της
σύμβασης.
Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις οι έγγραφες ατομικές
συμβάσεις, κατά την παρ. 1 του παρόντος, γίνονται για ημερήσια ή εβδομαδιαία
περίοδο εργασίας.
4. Σε κάθε περίπτωση, η απασχόληση κατά την Κυριακή ή άλλη ημέρα αργίας, ως και
η νυκτερινή εργασία συνεπάγεται την καταβολή της νόμιμης προσαύξησης.
5. Η παροχή της συμφωνημένης εργασίας των μερικώς απασχολούμενων πρέπει να
είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα. "Η διάταξη του
προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς
μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα
ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα
νηπιαγωγεία, καθώς επίσης και στους καθηγητές που εργάζονται στα φροντιστήρια
ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης."
(Σημ: Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 14
Ν.2747/1999)
6. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από το μισθωτό
εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη.
7. Οι αποδοχές των μερικώς απασχολούμενων μισθωτών προσαυξάνονται κατά
επτάμισι τοις εκατό (7,5 %), εφόσον αμείβονται με το κατώτατο, κατά τις κείμενες
διατάξεις, όριο αποδοχών και το ωράριο απασχόλησής τους είναι μικρότερο των
τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως.
(Σημ. : Η παρ.7 εμφανίζεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν.2874/2000).
8. Οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές
και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν, εάν εργάζονταν κατά το
χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι
διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, όπως ισχύει.
9. Ο εργοδότης δεν έχει αξίωση για παροχή εργασίας πέρα από τη συμφωνημένη
(άρθρο 659 Α.Κ.) από μερικώς απασχολούμενο, όταν αυτός έχει και άλλη
απασχόληση ή βαρύνεται με οικογενειακές υποχρεώσεις.
10 Ο μερικώς απασχολούμενος, επί προσφοράς εργασίας με ίσους όρους από
μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας, έχει δικαίωμα προτεραιότητας για πρόσληψη σε
θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση. Ο χρόνος της μερικής
απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος προϋπηρεσίας. Για τον υπολογισμό της
προϋπηρεσίας αυτής οκτώ (8) ώρες εργασίας με μερική απασχόληση αντιστοιχούν σε
μία (1) ημέρα προϋπηρεσίας.
11. Στους εργαζόμενους που καλύπτονται από σχέση εργασίας με μερική
απασχόληση παρέχονται:
α) Δυνατότητες συμμετοχής στις δραστηριότητες της επαγγελματικής κατάρτισης
που εφαρμόζει η επιχείρηση υπό συνθήκες ανάλογες με εκείνες που αφορούν τους
εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου.
β) Οι ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες που υπάρχουν στη διάθεση των άλλων
εργαζόμενων στην επιχείρηση.
12. Ο εργοδότης ενημερώνει τους εκπροσώπους των εργαζόμενων για τον αριθμό των
απασχολούμενων με μερική απασχόληση σε σχέση με την εξέλιξη του συνόλου των
εργαζόμενων, καθώς και για τις προοπτικές πρόσληψης εργαζόμενων με πλήρη
απασχόληση.
13. Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση ή
τροποποίηση των ρυθμίσεων των προηγούμενων παραγράφων.
14 Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται για τους μερικώς απασχολούμενους όλες οι
διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
15. Η κατά το παρόν άρθρο μερική απασχόληση με σχέση ιδιωτικού δικαίου
επιτρέπεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς
φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 14
του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), όπως ισχύει, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.
πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και τους φορείς για τους
οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους ή από διατάξεις
κανονισμών που έχουν κυρωθεί με νόμο ή έχουν ισχύ νόμου.
Για την κατά το παρόν άρθρο μερική απασχόληση σε επιχειρήσεις, οργανισμούς και
φορείς του προηγούμενου εδαφίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994
(ΦΕΚ 28 Α'), όπως ισχύει, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση
έκτακτων η επειγουσών αναγκών συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου
διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών μερική απασχόληση που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις
(4) ώρες ημερησίως. Στην τελευταία περίπτωση η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται
πριν από τη δημοσίευσή της στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού
(Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε δέκα
(10) ημέρες. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή τεκμαίρεται η σύμφωνη γνώμη
του Α.Σ.Ε.Π.
Οι ανωτέρω συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη έκτακτων ή επειγουσών
αναγκών λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειάς τους,
χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση και απαγορεύεται και είναι
αυτοδικαίως άκυρη η για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους ή μετατροπή τους σε
σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
16. Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών, από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου,
κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας
συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας
μεταξύ αυτού και των εργαζόμενων, που απασχολεί με μερική απασχόληση, στην
οποία θα αναγράφεται η χρονολογία κατάρτισης των συμβάσεων αυτών και το
ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της
κατάστασης αυτής τεκμαίρεται ότι η σχετική σύμβαση καλύπτει σχέση εργασίας με
πλήρη απασχόληση.

Άρθρο 3 - Διευθέτηση χρόνου εργασίας

Το άρθρο 41 του ν. 1892/1990 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
"1. Επιτρέπεται με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή με συμφωνίες
του εργοδότη και του συμβουλίου των εργαζόμενων να καθορίζεται για διάστημα
μέχρι τρεις (3) μήνες αυξημένος αριθμός ωρών εργασίας κατά μία (1) ώρα πλέον του
συμβατικού ωραρίου και μέχρι εννέα (9) ώρες ημερησίως και σε περιπτώσεις που
συντρέχουν λόγοι αντικειμενικοί ή τεχνικοί ή λόγοι οργάνωσης της εργασίας για
διάστημα μέχρι έξι (6) μήνες αυξημένος αριθμός ωρών εργασίας κατά δύο (2) ώρες
πλέον του συμβατικού ωραρίου και μέχρι δέκα (10) ώρες ημερησίως και μέχρι
σαράντα οκτώ (48) εβδομαδιαίως και μειωμένος αριθμός ωρών εργασίας κατά το
επόμενο αντίστοιχο διάστημα, εφόσον ο μέσος όρος των ωρών εργασίας για το
συνολικό χρονικό διάστημα (περίοδος αναφοράς), το οποίο δεν επιτρέπεται να
υπερβαίνει τους έξι (6) ή τους δώδεκα (12) μήνες αντίστοιχα, ανέρχεται σε σαράντα
(40) ώρες την εβδομάδα.
2. Σε επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι είκοσι (20) εργαζόμενους επιτρέπεται, με
συμφωνίες μεταξύ εργοδότη και των ενώσεων προσώπων του άρθρου 1 παραγράφου
3 του ν. 1264/1992 (ΦΕΚ 79 Α'), να καθορίζεται, ανάλογα με τις ανάγκες της
επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για διάστημα μέχρι δύο (2) μηνών αυξημένος αριθμός
ωρών εργασίας κατά μία (1) ώρα πλέον του συμβατικού ωραρίου και μέχρι εννέα (9)
ώρες ημερησίως και μέχρι σαράντα οκτώ (48) εβδομαδιαίως και μειωμένος αριθμός
ωρών εργασίας κατά το επόμενο αντίστοιχο διάστημα, με την προϋπόθεση ότι ο
μέσος όρος των ωρών εργασίας για το συνολικό χρονικό διάστημα (περίοδος
αναφοράς), το οποίο απαγορεύεται να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες, ανέρχεται
σε σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση
προσώπων αρκεί να έχει συσταθεί από πέντε (5) τουλάχιστον εργαζόμενους,
εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του ν. 1264/1984.
3. Η καταβαλλόμενη, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων
παραγράφων, αμοιβή για το συνολικό χρονικό διάστημα είναι ίση με την αντίστοιχη
αμοιβή για εργασία οκτώ (8) ωρών ημερησίως και σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως,
χωρίς να επιτρέπεται αυξομείωσή της.
Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται να καθορίζεται, για
τις περιόδους αναφοράς των προηγούμενων παραγράφων, χρόνος εβδομαδιαίας
εργασίας, μέχρι σαράντα οκτώ (48) ωρών κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων και
των υπερωριών. Η προσαύξηση της αμοιβής λόγω υπερωριών υπολογίζεται κατά τα
τέλος της περιόδου αναφοράς και καταβάλλεται για την πέραν των σαράντα (40)
ωρών εβδομαδιαίως, κατά μέσο όρο, παρασχεθείσα εργασία.
4. Κατά τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας επιτρέπεται να χορηγείται στον
εργαζόμενο σε αντιστάθμιση των συνολικών ωρών, που δικαιούται για το διάστημα
του μειωμένου ημερήσιου χρόνου απασχόλησης, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και
2, είτε ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) είτε ανάλογη προσαύξηση της ετήσιας
μετ' αποδοχών άδειας.
5. Εφόσον από οποιονδήποτε λόγο, ιδίως εξαιτίας παραίτησης ή απόλυσης του
εργαζόμενου, δεν εφαρμόζεται ή δεν ολοκληρώνεται η διευθέτηση του χρόνου
εργασίας σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, δεν θίγονται οι ισχύουσες διατάξεις περί
της νόμιμης προσαύξησης της αμοιβής της υπερεργασίας και της υπερωρίας.
6. Για την εφαρμογή του άρθρου αυτού ικανότητα σύναψης επιχειρησιακής
συλλογικής σύμβασης έχουν οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν
τουλάχιστον είκοσι (20) εργαζόμενους.
7. Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγονται οι σχετικές ρυθμίσεις του ν.
2602/1998 (ΦΕΚ 83 Α΄) ή άλλων ειδικών νόμων που αποσκοπούν στην εξυγίανση
φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Άρθρο 4 - Τοπικά σύμφωνα απασχόλησης

1. Φορείς του δημόσιου τομέα, της τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινωνικοί εταίροι,
κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 2232/1994 (ΦΕΚ 140 Α'), με βάση της
ανάγκες αναβάθμισης ευπαθών περιοχών της χώρας και ιδιαίτερα της
προβλεπόμενης από την παράγραφο του άρθρου 4 του ν. 2601/1998 (ΦΕΚ 81 Α')
ΠΕΡΙΟΧΗΣ Γ’, για τις οποίες εφαρμόζονται ή πρόκειται να εφαρμοσθούν ειδικά
προγράμματα με διάθεση εθνικών και κοινοτικών πόρων και με σκοπό την
επίτευξη των στόχων της προώθησης της απασχόλησης σε βιώσιμες και,
ανταγωνιστικές δραστηριότητες, της καταπολέμησης της ανεργίας και της
δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης, μπορούν να συνάγουν για την
πραγματοποίηση των στόχων αυτών, ειδικές συλλογικές συμφωνίες σχετικά με
την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου ή την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας
οικονομικού ή κοινωνικού ή πολιτιστικού χαρακτήρα, στις οποίες ορίζεται η
διάρκεια ισχύος και όλοι οι όροι εφαρμογής τους. Με τις συμφωνίες αυτές
εnιτρέπεται να ρυθμίζονται και τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων και
γενικότερα οι όροι απασχόλησης του προσωπικού που πρόκειται να απασχολη8εί
για την εκτέλεση του έργου ή των δραστηριοτήτων αυτών (τοπικά σύμφωνα
απασχόλησης).
Οι ρυθμίσεις αυτές απαγορεύεται να παραβιάζουν τους κανόνες για την υγιεινή
και ασφάλεια των εργαζόμενων και τα ελάχιστα όρια προστασίας που
προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας
και των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, κατισχύουν δε
οποιασδήποτε άλλης σχετικής ρύθμισης εφόσον περιέχονται στην οικεία ατομική
σύμβαση εργασίας του απασχολούμενου, που καταρτίζεται εγγράφως και υπό τον
όρο ότι στη σύναψη του τοπικού συμφώνου απασχόλησης έλαβε μέρος και το
αντιπροσωπευτικότερο Εργατικό Κέντρο, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν.
1876/1990, του νομού. Τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης ισχύουν μόνον εφόσον
εγκριθούν από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας και
Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
2. Από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου μέχρι την 31η
Δεκεμβρίου 2001, σε επιχειρήσεις που λειτουργούν σε περιοχές της
προηγούμενης παραγράφου και με σκοπό την επίτευξη των αναφερόμενων σε
αυτήν στόχων, επιτρέπεται να καθορίζονται με επιχειρησιακές συλλογικές
συμβάσεις εργασίας ή με ατομικές συμβάσεις εργασίας ως προς τους
προσλαμβανόμενους είτε για πρώτη φορά είτε μετά από δώδεκα (12) και πλέον
μήνες από την τελευταία τους εργασία (μακροχρόνιοι άνεργοι), επίπεδα αμοιβών
εργασίας τουλάχιστον ίσα με εκείνα που προβλέπει η εκάστοτε ισχύουσα Εθνική
Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους
κατ' ανώτατο όριο.
Οι ανωτέρω επιχειρησιακές συλλογικές ή ατομικές συμβάσεις εργασίας
υπερισχύουν οποιασδήποτε της σχετικής νομοθετικής, κανονιστικής ή συλλογικής
ρύθμισης.

Άρθρο 5 - Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας

1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να συνιστούν Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων
Εργασίας (Ι.Γ.Σ.Ε.) με αντικείμενο την εξεύρεση για λογαριασμό του εργοδότη
ορισμένων κατηγοριών θέσεων εργασίας σε ημεδαπούς ή αλλοδαπούς. Τα
Ι.Γ.Σ.Ε. μεσολαβούν για την εξεύρεση εργασίας που αφορά ιδίως καλλιτέχνες
ακροάματος και θεάματος, πρόσωπα εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης,
λογιστές ή φοροτεχνικούς, προσωπικό καθαριότητας χώρων, απασχολούμενους
στις οικοδομικές και στις τεχνικές εργασίες, ξεναγούς, μοντέλα, αποκλειστικές
νοσοκόμες, πρόσωπα φροντίδας ηλικιωμένων και οικόσιτο προσωπικό. Για τη
σύσταση των Ιδιωτικών Γραφείων Συμβούλων Εργασίας απαιτείται άδεια που
χορηγείται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και
Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται: α) οι κατηγορίες των θέσεων εργασίας,
για την εξεύρεση των οποίων επιτρέπεται η σύσταση Ιδιωτικών Γραφείων
Συμβούλων Εργασίας, β) οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη σύστασή τους, γ) τα
απαιτούμενα για την πιστοποίησή τους δικαιολογητικά και άλλα στοιχεία, καθώς
και η σχετική διαδικασία, δ) οι όροι και οι προϋποθέσεις, καθώς και η διαδικασία
χορήγησης της ειδικής εγκριτικής άδειας λειτουργίας τους, ε) οι περιπτώσεις κατά
τις οποίες μπορεί να ανακληθεί η εγκριτική άδεια, καθώς και η απαιτούμενη
διαδικασία για την ανάκλησή της, στ) το ύψος της αμοιβής για τη μεσολάβησή
τους και ο τρόπος καταβολής της και ζ) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την
εφαρμογή του παρόντος άρθρου. "Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα ορίζονται και:
(α) οι προδιαγραφές για τη σύσταση των Ιδιωτικών Γραφείων Συμβούλων
Εργασίας, (β) οι όροι, προϋποθέσεις, προδιαγραφές, τα απαιτούμενα
δικαιολογητικά, οι λόγοι και η διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας
παραρτημάτων, καθώς και οι λόγοι και η διαδικασία ανάκλησης της άδειας
λειτουργίας αυτών, (γ) οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται για την
παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας."
(Σημ.: Το εντός " " δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν.2874/2000)
3. (Σημ.: Η παρ.3 καταργήθηκε με το άρθρο 12 του Ν.2874/2000)
4. Τα Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν
στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός
Ιανουαρίου και Ιουλίου κάθε έτους αναλυτική κατάσταση των συμβάσεων
εργασίας για τη σύναψή των οποίων μεσολαβούσαν το προηγούμενο εξάμηνο. Η
παράβαση της υποχρέωσης αυτής αποτελεί λόγο ανακλήσεως της εγκριτικής
άδειας λειτουργίας των Ι.Γ.Σ.Ε.. "Τα Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας
υποχρεούνται να παρέχουν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών
Ασφαλίσεων τα στοιχεία που αφορούν στον αριθμό των θέσεων εργασίας για τις
οποίες μεσολάβησαν το προηγούμενο εξάμηνο ανά ειδικότητα, επίπεδο
εκπαίδευσης και κατηγορία (άνεργος ή μη) και να συνεργάζονται με τον
Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) και το Εθνικό
Παρατηρητήριο Απασχόλησης (Ε.Π.Α.). Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας
και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζεται ο τρόπος, η διαδικασία και η μορφή
συνεργασίας των Ιδιωτικών Γραφείων με τον Ο.Α.Ε.Δ. και το Εθνικό
Παρατηρητήριο Απασχόλησης (Ε.Π.Α.) και καθορίζεται κάθε αναγκαία
λεπτομέρεια για την τήρηση των υποχρεώσεών τους προς το Υπουργείο Εργασίας
και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.)."
(Σημ.: Τα εντός " " τρίτο και τέταρτο εδάφια προστέθηκαν με το άρθρο 12 του
Ν.2874/2000).
5. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που έχουν ως αντικείμενο την
εξεύρεση θέσεων εργασίας σε ημεδαπούς ή αλλοδαπούς, υποχρεούνται, μέσα σε
πέντε (5) μήνες από τη δημοσίευση του διατάγματος της παραγράφου 2, να
υποβάλουν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αίτηση,
σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, για τη χορήγηση
της σχετικής άδειας λειτουργίας. ( Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής επιφέρει
σε βάρος του παραβάτη τις διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 16 και επιπλέον
συνιστά ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με τις ποινές του άρθρου 17 παράγραφος
1 του παρόντος νόμου.)
(σημ.: Το τελευταίο εδάφιο εμφανίζεται εντός παρενθέσεως γιατί καταργήθηκε με
το άρθρο 12 του Ν.2874/2000).
6. Στα Ιδιωτικά Γραφεία Συμβούλων Εργασίας και τυχόν παραρτήματά τους, που
λειτουργούν χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων αδείας ή συνεχίζουν να
λειτουργούν κατά παράβαση των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του
παρόντος ή μεσολαβούν για παράνομη απασχόληση, επιβάλλονται με
αιτιολαγημένη πράξη του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από
πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων οι εξής διοικητικές κυρώσεις: α) πρόστιμο
ύψους τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων 2.000.000 δραχμών, β) προσωρινή
διακοπή της λειτουργίας τους μέχρι ένα (1) μήνα. Με απόφαση του Υπουργού
Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορεί, ύστερα από αιτιολογημένη
εισήγηση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε), να τους επιβληθεί
προσωρινή διακοπή μεγαλύτερη του ενός (1) μηνός μέχρι και οριστική διακοπή
της λειτουργίας τους. Η πράξη επιβολής προστίμου, κατά τα ανωτέρω,
κοινοποιείται με απόδειξη στον παραβάτη και αποτελεί έσοδο του Δημοσίου.
Κατά της πράξης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγή ουσίας μέσα σε είκοσι
(20) ημέρες από την κοινοποίησή της ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. Η
προσφυγή είναι απαράδεκτη αν δεν κοινοποιηθεί στην αρμόδια υπηρεσία του
Σ.ΕΠ.Ε. μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάθεσή της. Η άσκηση της
προσφυγής έχει ανασταλτικό χαρακτήρα για το 80% του προστίμου. Από την
αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. βεβαιώνεται το 20% του επιβληθέντος προστίμου
με την άσκηση της εμπρόθεσμης προσφυγής, το οποίο εισπράτετται από την
αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) ως δημόσιο έσοδο. Με
αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών
Ασφαλίσεων μπορεί να ρυθμίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Για την επιβολή
των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων συνεκτιμώνται η σοβαρότητα της
παράβασης, η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των
αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί
κυρώσεις στο παρελθόν και ο βαθμός υπαιτιότητας. Η εκτέλεση των διοικητικών
κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια
αστυνομική αρχή. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών
Ασφαλίσεων, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να
αυξάνονται τα όρια του προβλεπόμενου στη διάταξη αυτήν προστίμου.
(Σημ: Η παρ.6 προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν.2874/2000).
 
 στη Βιβλιοθήκη μου
  Εκτύπωση
Μοιραστείτε: 
 

Τα σχόλια έχουν κλείσει.