Εργατικοί Νόμοι

Νόμος :

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ - ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ

Άρθρο 1 -

1. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού έχουν εφαρμογή στους έμμισθους πολιτικούς υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών υπαλλήλων, του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ο.τ.α.) α' και β' βαθμίδας.
2. Για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των ο.τ.α. α' και β' βαθμίδας ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 19 του ν.1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α').

Άρθρο 2 -

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των υπαλλήλων του άρθρου 1 παρ. 1 και το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και οι ο.τ.α. έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να διαπραγματεύονται για τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού.

Άρθρο 3 -

1. Η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην επόμενη παράγραφο.
2. Περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων μπορεί να αποτελέσουν ζητήματα που αφορούν:
α. Την τοποθέτηση, μετακίνηση, μετάθεση, απόσπαση και μετάταξη.
β. Την εκπαίδευση και επιμόρφωση (προεισαγωγική, εισαγωγική και προαγωγική εκπαίδευση,
επαγγελματική - κλαδική ή γενική, διαρκή επιμόρφωση).
γ. Τα μέτρα υγιεινής και ασφάλειας, εφόσον δεν θίγονται κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
δ. Την κοινωνική ασφάλιση, εκτός από τα συνταξιοδοτικά.
ε. Την άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, την παροχή
συνδικαλιστικών διευκολύνσεων και τον τρόπο παρακράτησης των συνδικαλιστικών εισφορών και
της απόδοσής τους στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
στ. Τα θέματα αδειών γενικώς.
ζ. Τα θέματα του χρόνου απασχόλησης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιορίζεται ή παραβλάπτεται η παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες ή δεν τίθενται σε κίνδυνο η ασφάλεια, η υγεία προσώπων ή η προάσπιση των δημόσιων συμφερόντων.
η. Την ερμηνεία των όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
3. Στη συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να συνομολογείται ρήτρα ειρήνης για συγκεκριμένα ζητήματα που αφορά.

Άρθρο 4 -

1. Οι γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ρυθμίζουν γενικώς τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων που υπάγονται στον παρόντα νόμο για ζητήματα που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 3, καταρτίζονται ύστερα από διαπραγματεύσεις που διεξάγονται μεταξύ της πλέον αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των πιο πάνω υπαλλήλων και του Δημοσίου σε κεντρικό επίπεδο.
2. Οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορούν να ρυθμίζουν όλα τα ζητήματα, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 3, τα οποία από τη φύση τους χρειάζονται ειδικότερη αντιμετώπιση ή αφορούν στις ιδιομορφίες και τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, εφόσον αυτά δεν έγιναν δεκτά για να αποτελέσουν περιεχόμενο γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Οι
συμβάσεις αυτές καταρτίζονται ανά Υπουργείο και εποπτευόμενο ν.π.δ.δ. και αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες ή ανά ομάδα ομοειδών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ομάδα διοικητικώς αποκεντρωμένων υπηρεσιών ή ομάδα αυτοδιοικούμενων κατά τόπο νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ύστερα από διαπραγματεύσεις που διεξάγονται μεταξύ των αρμόδιων οργάνων του Δημοσίου και της πλέον αντιπροσωπευτικής δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες στους αντίστοιχους εργασιακούς χώρους υφίστανται περισσότερες από μια δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά κλάδο ή ειδικότητα αντιπροσωπευτικές,η διαπραγμάτευση διεξάγεται με το αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο με όλες τις ανωτέρω συνδικαλιστικές οργανώσεις και με βάση τις κοινό διαμορφωμένες θέσεις τους. Στις περιπτώσεις διεξαγωγής διαπραγματεύσεων για θέματα υπαλλήλων των ο.τ.α. α' και β' βαθμίδας καλούνται να παραστούν κατά τη διαπραγμάτευση και οι εκπρόσωποι της Κεντρικής Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και της Ενωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος (Ε.Ν.Α.Ε.), αντίστοιχα.
3. Ρυθμίσεις επί μέρους λεπτομερειακών εργασιακών θεμάτων, που προκύπτουν σε συγκεκριμένο χώρο εργασίας και δεν συνεπάγονται ιδιαίτερη οικονομική επιβάρυνση, εφόσον δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε κανένα οπό τα ανωτέρω επίπεδα, όπως περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαλόγου μεταξύ της οικείας πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των υπαλλήλων του χώρου εργασίας και του αρμόδιου για το χώρο εργασίας οργάνου που εκπροσωπεί το Δημόσιο.

Άρθρο 5 -

1. Το προς διαπραγμάτευση ζητήματα κοινοποιούνται εγγράφως από την ενδιαφερόμενη πλευρά στην άλλη και στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, το αργότερο μέχρι την 1η Μαίου κάθε έτους. Στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης γνωστοποιούνται συγχρόνως τα εξουσιοδοτημένα για τη διαπραγμάτευση πρόσωπα. Οι δύο πλευρές οφείλουν να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις το αργότερο μέχρι τις 20 Μαίου του ίδιου έτους, στο κατάστημα του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώνονται: α) μέχρι τις 15 Ιουνίου, προκειμένου για το ζητήματα που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σύναψης συλλογικών συμβάσεων, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4, και η σχετική γενική συλλογική σύμβαση υπογράφεται το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου,
β) για τα θέματα που χρειάζονται ειδικότερη αντιμετώπιση και μπορούν γα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του παραπάνω άρθρου, οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώνονται μέχρι τις 5 Αυγούστου και η σχετική συλλογική σύμβαση υπογράφεται το αργότερο μέχρι τις 20 Αυγούστου. Εφόσον οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, τα μέρη ζητούν τις
υπηρεσίες του Μεσολαβητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10. Μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου ολοκληρώνονται οι διαπραγματεύσεις και των δύο επιπέδων (των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4) μετά από μεσολάβηση και υπογράφονται οι σχετικές συλλογικές συμβάσεις. Μετά την εκπνοή της ως
άνω προθεσμίας δεν είναι δυνατή η υπογραφή οποιασδήποτε συλλογικής σύμβασης. Οι εκπρόσωποι του Δημοσίου ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
2. Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται καλόπιστα και με πρόθεση να επιλυθούν τα υποβληθέντα ζητήματα, Τα μέρη οφείλουν γα αιτιολογούν τις προτάσεις και τις αντιπροτάσεις τους.
3. Η πλευρά των εργαζομένων δικαιούται να αξιώσει από την άλλη πλευρά πλήρη και ακριβή πληροφόρηση για τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων των υπό συζήτηση θεμάτων.
4. Κατά τις διαπραγματεύσεις τηρούνται πρακτικά, τα οποία υπογράφονται από τους αντιπροσώπους των μερών, κατατίθενται και φυλάσσονται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
"5. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου η κατά την παράγραφο 1 καταληκτική προθεσμία των διαπραγματεύσεων και της διαδικασίας μεσολάβησης ορίζεται αντί της 10ης Σεπτεμβρίου, η 10η Νοεμβρίου 2000".
"6. Κατά τη διεξαγωγή των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων του έτους 2002 η κατά την παράγραφο 1 καταληκτική προθεσμία των διαπραγματεύσεων και της διαδικασίας μεσολάβησης ορίζεται αντί της 10ης Σεπτεμβρίου η 29η Νοεμβρίου 2002."
Η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2846/2000.Η παρ. 6 προστέθηκε με την παρ. 5 του άρ. 20 του ν. 3051/2002 και όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 9 του ν.3074/2002 .

Άρθρο 6 -

1. Η συλλογική σύμβαση εργασίας καταρτίζεται εγγράφως σε τρία πρωτότυπα, τα οποία υπογράφονται από τα μέρη.
2. Στη συλλογική σύμβαση εργασίας πρέπει να αναφέρονται η συνδικαλιστική οργάνωση που έχει συμβληθεί, οι εκπρόσωποί της, η χρονολογία της κατάρτισης και η έκταση της εφαρμογής της.
3. Το ένα από το πρωτότυπα κατατίθεται αμέσως οπό τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των συμβαλλόμενων μερών στην αρμόδια για τα θέματα προσωπικού της δημόσιας διοίκησης υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Ο αρμόδιος υπάλληλος συντάσσει πράξη κατάθεσης επάνω στο πρωτότυπο έγγραφο, η οποία υπογράφεται από αυτόν και τον καταθέτη.
4. Στην παραπάνω υπηρεσία τηρείται ειδικό βιβλίο συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπου καταγράφονται όλα τα βασικά στοιχεία της συλλογικής σύμβασης και οι τυχόν καταγγελίες των συλλογικών συμβάσεων. Οι συλλογικές συμβάσεις καταχωρίζονται στο βιβλίο αυτό την ίδια ημέρα
που κατατίθενται.
5. Στην ίδια υπηρεσία τηρείται γενικό μητρώο, στο οποίο καταχωρίζονται όλες οι συλλογικές συμβάσεις κατά είδος. Τα κείμενα όλων των παραπάνω συλλογικών συμβάσεων εργασίας δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
6. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 7 -

1. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο.
2. Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Μέχρι την υπογραφή και δημοσίευση νέας συλλογικής σύμβασης εφαρμόζεται εκείνη που καταγγέλθηκε.
3. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν για τη συλλογική σύμβαση εργασίας αναδρομική ισχύ έως την ημέρα της λήξης ή δημοσίευσης της καταγγελίας της προηγούμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας, από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται η διάρκειά της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων

Άρθρο 8 -

Εάν περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ρυθμίζουν κατά διάφορο τρόπο όμοια θέματα, εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τον υπάλληλο.

Άρθρο 9 -

1. Συλλογική σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας μπορεί να καταγγελθεί ύστερα από την παρέλευση ενός (1) έτους από την έναρξη της ισχύος της.
2. Συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί πριν από την πάροδο ενός (1) έτους ή πριν τη λήξη της αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι συνθήκες που υπήρχαν κατά την υπογραφή της.
3. Η καταγγελία γίνεται με έγγραφο, που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, από εκείνον που καταγγέλλει στον αντισυμβαλλόμενό του, καθώς και στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, για να καταχωρισθεί στο περιθώριο του γενικού μητρώου που προβλέπεται στο άρθρο 6. Η υπηρεσία φροντίζει αμέσως για τη δημοσίευση της καταγγελίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον διαπιστώσει την επίδοσή της και στο αντισυμβαλλόμενο μέρος.
4. Στο έγγραφο της καταγγελίας αναφέρονται συνοπτικά οι λόγοι της καταγγελίας και τα προς διαπραγμάτευση θέματα. Ως προς τη διαδικασία διαπραγμάτευσης των θεμάτων ισχύουν οι προθεσμίες και τα οριζόμενα σης διατάξεις του άρθρου 5 του νόμου αυτού.

Άρθρο 10 -

1. Αν οι διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση συλλογικών συμβάσεων αποτύχουν, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να ζητήσουν τις υπηρεσίες Μεσολαβητή.
2. Η διαδικασία της μεσολάβησης αρχίζει με την κατάθεση σχετικής αίτησης από τα ενδιαφερόμενα μέρη, που υποβάλλεται από κοινού ή χωριστά μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων που κατέληξαν σε διαφωνία. Η αίτηση, που υποβάλλεται χωριστά, κοινοποιείται και στο άλλο μέρος. Στην αίτηση αναφέρονται τα στοιχεία των μερών και των οριζόμενων εκπροσώπων τους, τα αιτήματα, οι λόγοι που τα δικαιολογούν ή οι λόγοι που καθιστούν αδύνατη την ικανοποίησή τους, οι τυχόν εναλλακτικές προτάσεις και αντιπροτάσεις και οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις.
3. Ο Μεσολαβητής καλεί τα μέρη σε συζητήσεις, ακούει τις απόψεις των μερών κατ' ιδίαν, εξετάζει πρόσωπα ή επιχειρεί οποιαδήποτε έρευνα σχετικά με τα θέματα που του υποβάλλονται.
4. Τα διαπραγματευόμενα μέρη, καθώς και κάθε αρμόδια υπηρεσία, εφόσον ο Μεσολαβητής ζητήσει τη συνδρομή τους, έχουν υποχρέωση να του δώσουν κάθε πληροφορία και να τον βοηθήσουν στο έργο του.
5. α. Αν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερολογιακών ημερών, ο Μεσολαβητής έχει δικαίωμα να υποβάλει σε αυτά δική του πρόταση.
β. Αν τα μέρη δεν γνωστοποιήσουν την αποδοχή της πρότασης του Μεσολαβητή μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίησή της, θεωρείται ότι την απέρριψαν. Η αποδοχή ή η απόρριψη της πρότασης κοινοποιείται από το Μεσολαβητή στο άλλο μέρος.
γ. Εφόσον η πρόταση γίνεται δεκτή, καλούνται από το Μεσολαβητή τα μέρη να την υπογράψουν, οπότε αυτή εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και εφαρμόζονται αντίστοιχα όλες οι σχετικές διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού.

Άρθρο 11 -

1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης τον Ιανουάριο κάθε δεύτερου έτους καταρτίζεται ονομαστική κατάσταση στην οποία περιλαμβάνονται:
α. Ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και
β. Τρεις (3) καθηγητές ή αναπληρωτές καθηγητές νομικών τμημάτων των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, που ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, από τρεις (3) προτεινόμενους από τον Πρόεδρο του κάθε νομικού τμήματος.
Σε κάθε περίπτωση που κατατίθεται αίτηση για μεσολάβηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στοπροηγούμενο άρθρο, μετά από δημόσια κλήρωση που διεξάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ένας από τους συμπεριλαμβανομένους στην παραπάνω
ονομαστική κατάσταση ως Μεσολαβητής για τη συγκεκριμένη μεσολάβηση.
Με την ίδια απόφαση ορίζεται υπάλληλος του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης κατηγορίας ΠΕ, ως γραμματέας για την υποβοήθηση του έργου του Μεσολαβητή.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών καθορίζεται η αποζημίωση των Μεσολαβητών και με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθορίζεται ο τρόπος διεξαγωγής της
δημόσιας κλήρωσης, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μπορεί να συνιστάται Σώμα Μεσολαβητών, του οποίου τα κατά την παράγραφο 1 πρόσωπα αποτελούν τη Διοικούσα Επιτροπή, η οποία θα καταρτίζει, κατ' έτος,
κατάλογο Μεσολαβητών, τους οποίους θα ορίζει κατά περίπτωση, ανάλογα με τα εισαγόμενα προς μεσολάβηση θέματα. Με το ίδιο διάταγμα ρυθμίζονται τα θέματα λειτουργίας, το ύψος της αποζημίωσης της Διοικούσας Επιτροπής, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα και λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Τα μέλη της Διοικούσας Επιτροπής μπορεί να ορίζονται Μεσολαβητές.
3. Από τη σύσταση του Σώματος Μεσολαβητών παύει η εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

Άρθρο 12 -

1. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου:
α. οι διπλωματικοί υπάλληλοι,
β. οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας και
γ. οι υπάλληλοι της Βουλής.
2. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του οικείου υπουργού, μετά από σύμφωνη γνώμη τηςαντιπροσωπευτικότερης οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης, μπορεί να επεκτείνεται η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος για τους υπαλλήλους των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού κλάδων, πλην των υπαλλήλων της Βουλής, για τους οποίους η επέκταση γίνεται με τον Κανονισμό της Βουλής. Με τα προεδρικά αυτά διατάγματα ή τον Κανονισμό της Βουλής, αντίστοιχα, είναι δυνατόν:
α. να ρυθμίζεται διαφορετικά η εκπροσώπηση στο πρώτο και δεύτερο επίπεδο διαπραγματεύσεων και το όργανο που ορίζει κατά περίπτωση τους εκπροσώπους του Δημοσίου και
β. η επέκταση να περιλαμβάνει το σύνολο ή ορισμένα από τα αναφερόμενα ζητήματα συλλογικώνσυμβάσεων του άρθρου 3.

Άρθρο 13 -

1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου,
β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση.
3. Οι διαπραγματεύσεις για ρύθμιση ζητημάτων με συλλογικές συμφωνίες διεξάγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4.
4. Η διαδικασία διαπραγμάτευσης των συλλογικών συμβάσεων διεξάγεται χωριστά εκ παραλλήλου με αυτή των συλλογικών συμβάσεων και ακολουθεί τα ίδια ακριβώς στάδια, όπως ορίζονται στην παρ.1 του άρθρου 5.
5. Οι διατάξεις του άρθρου 6, πλην του δεύτερου εδαφίου της παρ. 5 αυτού και των άρθρων 10, 11 και 12 εφαρμόζονται αναλόγως και για τις συλλογικές συμφωνίες.
 
 στη Βιβλιοθήκη μου
  Εκτύπωση
Μοιραστείτε: 
 

Τα σχόλια έχουν κλείσει.